Monday, 31 December 2012

Κεριά

Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ' εμπροστά μας
σα μιά σειρά κεράκια αναμένα -
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ' αναμένα μου κεριά.

Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Monday, 24 December 2012

ΘΟΥΛΗ ΤΟ ΛΕΥΚΟ ΝΗΣΙ


ΘΟΥΛΗ είναι ο τίτλος της νέας μου συλλογής ποίησης που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο από τις εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ. 

 Η αρχαία Θούλη είναι ένα νησί που αναφέρει ο αρχαίος Έλληνας ερευνητής Πυθέας, ο οποίος ταξίδεψε γύρω στο 325 π.Χ. από τη νότια Ισπανία στη Μεγάλη Βρετανία. Σύμφωνα με τα γραπτά του η Θούλη βρίσκεται στον «ακραίο βορρά», έξι μέρες βόρεια της Βρετανίας. Για το λόγο αυτό, το όνομα της Θούλης συμβολίζει από την εποχή της αρχαιότητας την πιο βόρεια άκρη του κόσμου (λατ. ultima thule).




Friday, 21 December 2012

Στέλλα Γεωργιάδου Στιγμές

Στέλλα Γεωργιάδου

Βιογραφικό
Ηγεννήθηκε το 1966 στη Χαλκιδική. Σπούδασε αρχιτεκτονική στο ΑΠΘ και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Διατήρηση Ιστορικών Μνημείων και Πόλεων στο KUL του Βελγίου. Από το 1996 ζει και εργάζεται μόνιμα στη Θεσσαλονίκη. Με τη συγγραφή ποιημάτων ασχολήθηκε συστηματικά τα τελευταία πέντε χρόνια. Πολλά ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί στο διαδίκτυο, στο ηλεκτρονικό περιοδικό Στάχτες και στις λογοτεχνικές ιστοσελίδες, Περί-γραφής, Περισυναγωγή διαδικτυακής ποίησης και Λογοτεχνικό καφενείο. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικό περιοδικά Εντευκτήριο, Εμβόλιμον και Παρέμβαση.

Στιγμές

εκείνη κι εκείνος


Ι

Δεν είχα παρά μόνο μιαν ευχή
Να με λυτρώσει η ζωή σε λιμανιών αιθρίες
Μα εσύ κρυφά πώς τρύπωσες
στης πλάνης μου τα επικίνδυνα
Ανεμοδούριο φτερούγισμα
Χαλκογραφίας θρόισμα
Ήλος

Πώς μου ξεγλίστρησες και σ' έχασα 
γλυκιά στιγμή που ήσουν
Πάνω που η θάλασσα
μας είχε σμίξει με το τώρα
Έφιππος
του κυμάτου τον αφρό αγκάλιασες
Και δεν ξυπνώ μήπως φανείς και πάλι.

II

Τα δυο σου πόδια όμορφα
στ' αριστερό παράθυρό μου σκαλωμένα
σε τρυφερή συνομιλία υακίνθων
Της γλάστρας μου πουλιά και θαύματα
Λίγο απ' το λιανό φουστάνι σου
που σκέρτσα ισιώνεις να φανεί
κι έφτασε ο πίνακας σ' αποκορύφωμα φωτός
Θηλυκές οι πτυχές της αθωότητας με διασχίζουν
και μ' ανεβάζουνε στις κορυφές του ανθρώπου

Άσε λυτή να πέσει η στιγμή στο πλαίσιο
ν' αστράψουνε της γειτονιάς τα μάτια
Να 'μαι περήφανος
που απλώνω στο περβάζι μου τέτοια ομορφιά
Εσύ οι υάκινθοι και η καρδιά μου.

Από τη συλλογή Μάσκα οξυγόνου (2011) της Στέλλας Γεωργιάδου
Πηγή: http://greek-translation-wings.blogspot.gr/

Sunday, 7 October 2012

Ἕνας μικρότερος κόσμος (A smaller world)

Ἀναζητῶ μίαν ἀκτὴ νὰ μπορέσω νὰ φράξω
μὲ δέντρα ἢ καλάμια ἕνα μέρος
τοῦ ὁρίζοντα. Συμμαζεύοντας τὸ ἄπειρο, νἄχω
τὴν αἴσθηση: ἢ πὼς δὲν ὑπάρχουνε μηχανὲς
ἢ πὼς ὑπάρχουνε πολὺ λίγες· ἢ πὼς δὲν ὑπάρχουν στρατιῶτες
ἢ πὼς ὑπάρχουνε πολὺ λίγοι· ἢ πὼς δὲν ὑπάρχουνε ὅπλα
ἢ πὼς ὑπάρχουνε πολὺ λίγα, στραμμένα κι αὐτὰ πρὸς τὴν ἔξοδο
τῶν δασῶν μὲ τοὺς λύκους· ἢ πὼς δὲν ὑπάρχουνε ἔμποροι
ἢ πὼς ὑπάρχουνε πολὺ λίγοι σε ἀπόκεντρα
σημεῖα τῆς γῆς ὅπου ἀκόμη δὲν ἔγιναν ἁμαξωτοὶ δρόμοι.
Τὸ ἐλπίζει ὁ Θεὸς
πὼς τουλάχιστο μὲς στοὺς λυγμοὺς τῶν ποιητῶν
δὲν θὰ πάψει νὰ ὑπάρχει ποτὲς ὁ παράδεισος.

Saturday, 5 May 2012

Αποχωρισμός

Α΄. Η Μάνα

Φουρτούνιασεν η θάλασσα και βουρκωθήκαν τα
βουνά!
είναι βουβά τ’ αηδόνια μας και τα ουράνια σκοτεινά.
Κι η δόλια μου η ματιά θολή.
Παιδί μου, ώρα σου καλή!
Είν’ η καρδιά μου κρύσταλλο και το κορμί μου
παγωνιά!
σαλεύ’ ο νους μου, σαν δενδρί, που στέκ’ αντίκρυ στο
χιονιά,
και είναι ξέβαθο πολύ,
παιδί μου, ώρα σου καλή!
Βοΐζει το κεφάλι μου σαν του χειμάρρου τη βοή!
ξηράθηκαν τα χείλη μου, και μου εκόπη κι η πνοή,
σ’ αυτό το ύστερο φιλί,
παιδί μου, ώρα σου καλή!
Να σε παιδέψ’ ο Πλάστης μου, κατηραμένη ξενητειά!
Μας παίρνεις τα παιδάκια μας και μας αφίνεις στη
φωτιά,
και πίνουμε τόση χολή,
όταν τα λέμ’ «ώρα καλή!»
Β΄. Το παιδί

Φυσά βοριάς, φυσά θρακιάς, γεννιέται μπόρα φοβερή!
με παίρνουν, μάνα, σαν φτερό, σαν πεταλούδα
τρυφερή,
και δεν μπορώ να κρατηθώ·
μάνα μην κλαις, θα ξαναρθώ.
Βογγούν του κόσμου τα στοιχειά, σηκώνουν κύμα
βροντερό!
θαρρείς ανάλυωσεν η γη, και τρέχ’ η στράτα, σαν νερό,
και γω το κύμα τ’ ακλουθώ
μάνα μην κλαις, θα ξαναρθώ.
Όσες γλυκάδες και χαρές μας περεχύν’ ο ερχομός,
τόσες πικράδες και χολές μας δίν’ ο μαύρος χωρισμός!
Ωχ! Ας ημπόργα να σταθώ…
μάνα μην κλαις, θα ξαναρθώ.
Πλάκωσε γύρω καταχνιά, κι ήρθε στα χείλη μ’ η ψυχή!
Δος με την άγια σου δεξιά, δος με συντρόφισσαν ευχή,
να με φυλάγη μη χαθώ,
μάνα μην κλαις, θα ξαναρθώ.
Γ. Βιζυηνός
(από Tο τέλος του παραμυθιού ή η αρχή του ονείρου, Eρμής 2001

Thursday, 29 March 2012

Βύρων Λεοντάρης

Έτσι το θέλησα και μη ρωτάς
Κι αν τώρα θλίβομαι είναι που σ’ αφήνω
στους πέντε δρόμους δίχως να ‘χω πει
για σένα όσα σου άξιζαν και δίχως
να σε δοξάσει ένας μου στίχος
Τόσο βαθιά τόσο πολύ
σε σώπασα μεσ’ στη ζωή μου
Δεν ήτανε για να φανερωθεί
ούτε με ουράνια λόγια να ειπωθεί
αυτό το μυστικό που ήσουν κι ήμουν

Σε όσους με ποιήματα τα αισθήματα μετρούν
τι θα ‘χεις από μένα να τους δείξεις;
Μια τέτοια αγάπη… δίχως αποδείξεις…
Και ποιος αυτός ο Βέρνερ Λέιο θα ρωτούν
Με τι καρδιά με τι πνοή είχα πάρει
τη ζωή… Μα δεν την άλλαξα· ούτε εσύ
Γι’ αυτό λοιπόν «χαμένη υπόθεση»
ο ποιητής Βύρωνας Λεοντάρης

(από τη συλλογή Εν γη αλμυρά)

Monday, 19 March 2012

Το γράμμα

Στην τσέπη του παλτού σου
παλιό σουσάμι
φλούδια φιστικιών
και το τσαλακωμένο γράμμα μου.
Ξύπνησαν λέξεις
φράσεις ανακλαδίστηκαν
έτριξα μήνες εκεί μέσα
μέρες του κρύου
νύχτες απ’ την κρεμάστρα μέσα στη σιωπή
μήπως ακούσεις
άλλαξα στίξη αμβλύνοντας υπαινιγμούς
κόπηκα ράφτηκα εν αγνοία σου
κατά τις πιθανές σου επιθυμίες.
Μα τώρα πια που μπαίνει το καλοκαιράκι
κι είναι σαφείς οι προοπτικές του μέλλοντός μας
αντί να γκρεμοτσακιστώ πηδώντας
ή αντί να με ξεγράψεις
στέλνοντας το παλτό σου στο καθαριστήριο
θα σφίξω θα μαζέψω
σε σουσάμι ή φλούδι
κι απ’ τις ραφές θα γραπωθώ για πάντα.
Κάποτε θα μ’ αγγίξουνε τα δάχτυλά σου.

Από τη συλλογή Αναπήρων πολέμου, Κέδρος 1982

Thursday, 8 March 2012

Μανώλης Αναγνωστάκης


Χειμώνας 1942
Ξημέρωσεν ο δείχτης πάλι Κυριακή.
Εφτά μέρες
Η μια πάνω από την άλλη
Δεμένες
Ολόιδιες
Σα χάντρες κατάμαυρες
Κομπολογιών του Σεμιναρίου.
Μιά, τέσσερις, πενηνταδυό.
Έξι μέρες ολες για μία
Έξι μέρες αναμονή
Έξι μέρες σκέψη
Για μία μέρα
Μόνο για μία μέρα
Μόνο για μίαν ώρα
Απόγευμα κι ήλιος.
Ώρες
Ταυτισμένες
Χωρίς συνείδηση
Προσπαθώντας μία λάμψη
Σε φόντο σελίδων
Με πένθιμο χρώμα
Μια μέρα αμφίβολης χαράς
Ίσως μόνο μίαν ώρα
Λίγες στιγμές
Το βράδυ αρχίζει πάλι η αναμονή
Πάλι μίαν εβδομάδα, τέσσερις, πενηνταδυό
Σήμερα βρέχει από το πρωί.
Ένα κίτρινο χιονόνερο.

Θά έρθει μια μέρα
Θά έρθει μια μέρα που δε θά έχουμε πια τί να πούμε
Θα καθόμαστε απέναντι και θα κοιταζόμαστε στα μάτια
Η σιωπή μου θα λέει: Πόσο είσαι όμορφη, μα δε
βρίσκω άλλο τρόπο να στο πω
Θα ταξιδέψουμε κάπου, έτσι από ανία ή για να
πούμε πως κι εμείς ταξιδέψαμε.
Ο κόσμος ψάχνει σε όλη του τη ζωή να βρει τουλάχιστο
τον έρωτα, μα δεν βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνά πως η ζωή μας είναι τόσο μικρή
που δεν αξίζει καν να την αρχίσει κανείς.
Από την Αθήνα θα πάω στο Μοντεβίδεο ίσως και
στη Σαγκάη, είναι κάτι κι αυτό δε μπορείς
να το αμφισβητήσεις.
Καπνίσαμε -θυμήσου- ατέλειωτα τσιγάρα
συζητώντας ένα βράδυ
-ξεχνώ πάνω σε τί- κι είναι κρίμα γιατί ήταν τόσο
μα τόσο ενδιαφέρον.
Μια μέρα, ας ήτανε, να φύγω μακριά σου αλλά κι
εκεί θά έρθεις και θα με ζητήσεις
Δε μπορεί, Θέ μου, να φύγει κανείς μοναχός του.

Μανώλης Αναγνωστάκης

Θά ῾ρθει μιὰ μέρα

Θά ῾ρθει μιὰ μέρα ποὺ δὲ θά ῾χουμε πιὰ τί νὰ ποῦμε
Θὰ καθόμαστε ἀπέναντι καὶ θὰ κοιταζόμαστε στὰ μάτια
Ἡ σιωπή μου θὰ λέει: Πόσο εἶσαι ὄμορφη, μὰ δὲ
βρίσκω ἄλλο τρόπο νὰ στὸ πῶ
Θὰ ταξιδέψουμε κάπου, ἔτσι ἀπὸ ἀνία ἢ γιὰ νὰ
ποῦμε πὼς κι ἐμεῖς ταξιδέψαμε.
Ὁ κόσμος ψάχνει σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ νὰ βρεῖ τουλάχιστο
τὸν ἔρωτα, μὰ δὲν βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνὰ πὼς ἡ ζωή μας εἶναι τόσο μικρὴ
ποὺ δὲν ἀξίζει κἂν νὰ τὴν ἀρχίσει κανείς.
Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα θὰ πάω στὸ Μοντεβίδεο ἴσως καὶ
στὴ Σαγκάη, εἶναι κάτι κι αὐτὸ δὲ μπορεῖς
νὰ τὸ ἀμφισβητήσεις.
Καπνίσαμε -θυμήσου- ἀτέλειωτα τσιγάρα
συζητώντας ἕνα βράδυ
-ξεχνῶ πάνω σὲ τί- κι εἶναι κρῖμα γιατὶ ἦταν τόσο
 μα τόσο ἐνδιαφέρον.
Μιὰ μέρα, ἂς ἤτανε, νὰ φύγω μακριά σου ἀλλὰ κι
ἐκεῖ θά ῾ρθεις καὶ θὰ μὲ ζητήσεις
Δὲ μπορεῖ, Θέ μου, νὰ φύγει κανεὶς μοναχός του.

Saturday, 18 February 2012

Στη Θεσσαλονίκη το 1ο Διαβαλκανικό Φεστιβάλ Ποίησης

Ποιητές από τις βαλκανικές χώρες θα παρουσιάσουν το έργο τους στις 24 και 25 Μαϊου