Tuesday, 8 November 2016

Καραγκούνης Δημήτριος έξι ποιήματα.

SIRNTANIA

Αποσπάσματα ...
- Πού είσαστε φτωχοί μου σύντροφοι και έχω απομείνει μοναχός μου?
- Χορταριασμένε τόπε.. στείρε! Οι σύντροφοι σου έκαμαν παιδιά και έχουνε φύγει από χρόνια τώρα.
 Μονάχος σου γελάστηκες και ξέκαμες τα πάντα, ρίχτηκες στις ηδονές και ξέχασες τον όρκο.
 Κοπάδι γκρεμίστηκαν οι Ερινύες από τον Ελικώνα και οι Μούσες σου γύρισαν την πλάτη.
 Καρτερείς το τίποτα με την ψυχή στόμα και αυτό είναι καταδίκη σου και ορισμός.
 Το μέτωπο παράτησαν, ξεδίψασαν την δόξα. Έχουνε βόδια και έχουνε περβόλια να κοιτάξουνε.
 Οι πανοπλίες κρεμάστηκαν στον τοίχο η αξίνα το σκεπάρνι το υνί ήτανε ποιο αναγκαία στο άλογο έζεψαν σαμάρι αλετριού.
Το κορμί του σιταριού σπούνε στην πέτρα.
- Δεν έχει ήλιο εδώ , ουρανό δεν έχει.
Τα πλοία όλα χάθηκαν ο αρχηγός απόθανε οι άντρες πεινούν, τι πρέπει να κάνω ?
- Του μοσχαριού το κέρατο ανέμισε σαν σπάθα, υστερνό του γύρισμα στου λεπιδιού την χώση…
φέρσου σαν ήρωας! τούτο σου απόμεινε μονάχα...



Αρμονία..

Κλωσσούν οι ουρανοί το αύριο κι είναι των θεών οι ασπίδες γυαλισμένες..
Μα νά, κοιτάξτε κεί! στα δυτικά! οι μέλισσες στρατεύτηκαν.
Ένα σπουργίτι απόψε άρχισε αντίσταση, καιρός να πάμε κι άλλοι
 με το καυκάλι της χελώνας και βέργα λυγερή ας οπλιστούμε!
Ένα κλωνάρι κορμάκι λουλουδιού στα χείλη θα φυτρώσει..

Χτίζεις κάθε στιγμή το σπίτι της μεγάλης βροχής και ανάβεις το κερί του ταπεινού και κόβεις το ψωμί του τρομαγμένου μέρα τη μέρα..
Τραβάς το σχοινί της καμπάνας για να στείλεις τα περιστέρια πάνω απ΄τα σπιτια των ανθρώπων..

Αφήνεις τα παιδιά να σου περνούν λουλούδια στα χέρια..
Ετοίμασε τον ψαλμό της αδελφοσύνης να γαληνέψεις..
Η μάνα μας με την άσπρη της ποδιά κοιτάζει το ξύλινο εικονοστάσι της ικανοποιημένη και ανάβει το καντύλι των
φάρων..

Είμαστε ένα παιδί..
ένα παιδί στη μέση της άνοιξης..

Τα βράδια οι άγγελοι γυρνούν ανάμεσα στα στάχυα
και τις πορτοκαλιές με τους αρχαίους κίονες
γδύνονται και γελώντας κολυμπούν στο ρυάκι..




Προσευχή..

Πότε λοιπόν θα λυτρωθούμε Πατέρα Άγιε και οδηγέ μας, εμείς οι εκλεχτοί των λόγων σου. Ο κόσμος άλλαξε το νιώθω στο νερό, το γεύομαι στη μυρωδιά του αέρα στο μούσκεμα της γης, σκιές στο ξέφωτο του μεσημεριού, ψίθυροι μιας φοβερής φωνής στον αντίλαλο της πέτρας. Τύμπανα αλυχτούν και εμείς στο ορυχείο ανασαίνουμε σκαμμένο θειάφι, το μαχαίρι στο θηκάρι μίλησε και δυο λουλούδια λύγισαν στο πάτημα του ξενομπάτη. Τα σκυλιά μας σηκώθηκαν μέσα στη νύχτα, ξέρουν πως ήρθε η ώρα η στερνή, προγυμνασμένα να δώσουν το αίμα και τον ιδρώτα και το άσπρο δόντι. Αδερφός θα κόψει αδερφό σε χτύπημα σώμα με σώμα το αίμα ας κυλήσει αυλάκι απο του βράχου τα φρύδια.Τρίβονται στους τροχούς και τους τρώει το χώμα, εστεμμένοι και καθαροί με ανάλαφρα τα ηλιοκαμένα στήθη και τα χέρια, μελαχρινά κορμιά άγρια αγκαλιασμένα με ματιές ειλικρινείς και άνεση στο βάδισμα γελώντας.
Τροχήλατε Πατέρα μας, Θεέ απόκοσμε! ξέγραψε το μελλούμενο σε τούτο τον τόπο των Ηρώων, γλυκά σε φοβερίζω κρεμώντας σου νιφάδες του χειμώνα.



Αλίμονο

Αλίμονο και μη σε νοιάζει
οι φύλακες είναι μιλημένοι μου και έχουν το μαύρο μας
μες την φωνή
έλα εδώ και μη σε νοιάζει
είναι η χαρά ζωή μας και φιλί αιώνα




Καλέ μου ποιητή..

Καλέ μου ποιητή.. Φόρεσες το ρούχο της μοναξιάς
 και περπατάς ανάμεσα σε κορμιά απρόσωπα..
 μόνος.. αιώνια μόνος..
 Ούτε με τους ομοίους δε μιλάς. Δε θέλει κανένας
 να σε δει ..
 Έχεις και μια θηλιά πλεγμένη άστρα στο λαιμό και σέρνεις
 το βήμα και κάθε που πατάς ρίχνεις σκόνη στα άνθη του ποδιού

Κανένας δε σε θέλει στα τραπέζια του και στη γιορτή..
 Σε φράζουν και γελώντας πίνουν. Γλέντα μωρέ!

Σκυφτός συ και αμίλητος, λες και δώρισες τη φωνή σου σε κείνους
 Θες να μας σώσεις ποιητή..
Χωρίς κανένας να στο ζήτησε ποτέ του ποιητή

Περιγέλασες τους βασιλιάδες και τους θνητούς και τους διαόλους ..
ουδείς κρατά εξουσία απάνω σου.. ο καιρός δε σε πιάνει
 μήτε κι ο ψόφος

Εσύ! κλείνεις τα μάτια στα φτερά του περιστεριού και ξαποσταίνεις
στην αγκαλιά της δράκαινας
Και της σμέρνας
Κι όμως!
λάσπη είσαι. Λάσπη και κόκαλα και αίμα

Ποιος δεν έψαλε λόγια δικά σου Ποιητή..
βρες μου μονάχα ένα κι αν τον βρεις ρίξε
 ανάθεμα στη Μούσα και κάψε!
κάψε τους ναούς της συθέμελα ..
και πάρε!
πάρε το δρόμο της γιορτής..


Απών...

Είναι καιρός να σταθείς κάτω απ' τα χείλη του χάους και να ακούσεις
 την βραδιά που μαζεύει τα τελευταία της φώτα σκορπίζοντας
 με ίσκιους την ακροθαλασσιά..

Ταξίδεψες με όλα τα καράβια γυρεύοντας τη σκιά σου ..
 ποιο πλεούμενο απόμεινε ακόμα να πάρεις και πιά ακτή σε περιμένει
 σαν το παιδί που κρατά στα χέρια του τον άσπρο γλάρο έτοιμο
 να στον δέσει κατάστηθα μια μενεξεδένια Κυριακή σ' ένα πρωινό
 υπέροχα ζεστό..

Οι ναυαγοί έριξαν την μεγάλη άγκυρα στην λευκή άμμο και η σιγή
έδεσε κόμπο την ψυχή τους
 μόνο τότε πήρε το πρόσωπό τους ο ουρανός και σκάλισαν οι άγγελοι
το όνομα τους στο φοινικόδεντρο και απόμειναν τα χέρια σταυρωμένα
χαράζοντας το δρόμο της θύελλας για να προφτάσουν
τα μελλούμενα ..

Η ελπίδα τους ζυμώθηκε με το μέρος..

'' Σ’ αγαπώ τόσο όσο αξίζει το δάκρυ ενός Αηδονιού..
 μπορεί να σου φαίνεται ασήμαντο,
να ξέρεις όμως ότι όταν το πουλί αυτό δακρύσει.. πεθαίνει''..

Friday, 7 October 2016

Γ. Σεφέρης Φυγή

Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στο πρωινό χορτάρι
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.

Η αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε
σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν
να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε
με τόσο πάθος.

Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε
μ’ όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα
εκείνου του ανθρώπου
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη
μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε
μέσα στη φυγή.

Tuesday, 27 September 2016

Νίκος Σουβατζής - Τρία ποιήματα



Ο Νίκος Σουβατζής γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1977. Έχει γράψει μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο Αναχώρηση και μια ποιητική συλλογή με τίτλο Χειμερινή ισημερία


Όσο δυναμώνει το φως

Όση εγκατάλειψη κρύβει ένα βλέμμα,
τόση αλληλεγγύη κρύβει μια λέξη,
όση απελπισία κρύβει η νύχτα,
τόση ελπίδα φέρνει η αυγή,
όσο πόνο προκαλεί μια πληγή,
τόση χαρά φέρνει το αύριο,
όση ανοησία έχει η φλυαρία,
τόση σοφία έχει η σιωπή,
όσο δυναμώνει το φως,
τόσο αραιώνει το σκοτάδι,
όσο υποχωρεί το εγώ,
τόσο δυναμώνει το εμείς

Πνιγμένο γέλιο

Κι αν δεν με βλέπεις ποτέ να γελάω
δεν είναι γιατί σου κρατώ κακία
Μα να, πώς να στο πω;
Είναι κάτι γκρίζα σύννεφα
που μ' εμποδίζουν να χαρώ τον ήλιο,
είναι οι χιλιάδες μαύρες σκέψεις
που μου διαλύουν το μυαλό,
είναι κι αυτοί οι γκρίζοι τοίχοι
που υψώνονται γύρω μου,
είναι που γίνονται ολοένα πιο βαριά
τα βήματά μου,
είναι και που γίνονται
όλο και πιο δύσκολες οι ανάσες μου

Είναι που έγινε σαν ψίθυρος η φωνή μου,
είναι κι αυτός ο εκκωφαντικός θόρυβος
που τρυπάει τα αυτιά μου,
είναι κι αυτή η πικρή γεύση
που έχω συνεχώς στο στόμα,
είναι και που έγινε η ζωή μας αριθμός
που δεν χωράει στους λογαριασμούς τους

Χειμερινή ισημερία

Ο κόσμος μας έγινε σκιά
κάτω από μαύρο ουρανό
Μείναμε να νοσταλγούμε αιώνια το καλοκαίρι
και τη φωτιά
που 'καιγε κάποτε στα μάτια μας
Χαμογελάμε μόνο για να θυμόμαστε
πως κάποτε είχαμε τη δύναμη να ονειρευόμαστε
Τις άγρυπνες νύχτες μας
κοιτάμε κάθε τόσο απ' το παράθυρο αν ξημέρωσε
και περιμένουμε να λάμψει ξανά εκείνος ο ήλιος
που τον λέγαμε δικό μας

Monday, 19 September 2016

Ιωάννα Φιλιππίδου, 1953–1999

 Η Ιωάννα Φιλιππίδου, 1953–1999, γλύπτρια, χαράκτρια, ποιήτρια, σπούδασε γλυπτική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών Αθηνών, εφαρμογές τέχνης του βιβλίου στο εργαστήριο εφαρμοσμένων της ΑΣΚΤ, μαρμαροτεχνία, γυψοτεχνία και χαλκοχυτική στην Καράρα της Ιταλίας και τεχνική πέτρας και γρανίτη στο Όσλο της Νορβηγίας. Ευαίσθητη και πολύπλευρη δημιουργός με σπάνιο ταλέντο συμμετείχε σε διεθνείς εκθέσεις και εικαστικά συμπόσια στην Αθήνα, την Ιταλία, τη Γερμανία,τη Γαλλία, το Τορόντο, τη Βουλγαρία, τη Νορβηγία και απέσπασε βραβεία και διακρίσεις ενώ άφησε σπουδαία έργα να κοσμούν μεγάλες και μικρές ευρωπαϊκές πόλεις.Το 1979 εξέδωσε από τις εκδόσεις Εγνατία και την πρωτοπορική σειρά τραμ/λογοτεχνία τη συλλογή Σταυρός δια γραφής, με είκοσι εννιά ποιήματα και δύο δικά της σχέδια, ενώ τον Δεκέμβριο της ίδια χρονιάς κυκλοφόρησε από τον Κέδρο, η συλλογή Πορθμός – Διόδια, με πενήντα ένα ποιήματα.
Το 1992 οικογενειακοί λόγοι την ανάγκασαν να επιστρέψει στη γενέτειρά της συνεχίζοντας ωστόσο να λαμβάνει μέρος και να διακρίνεται σε διεθνείς εκθέσεις.
Το 1995, στην Έκθεση Βιβλίου της Αθήνας, συμμετείχε με την κατασκευή «Βιβλίο Ροκοκό», και το 1997 στην έκθεση γλυπτικής- φωτογραφίας στη στοά του βιβλίου «Διαδρομές από τον Έβρο στην Αθήνα», που έμελλε να είναι και η τελευταία. Η Ιωάννα Φιλιππίδου αυτοκτόνησε στην Αλεξανδρούπολη την 1 Σεπτεμβρίου 1999.

Ο ΔΑΚΤΥΛΟΣ ΤΟΥ KOCH

Ο καλπασμός των δύο αλόγων
στην αίθουσα αναμονής
θαλασσογραφίες στο διάδρομο

Πίνακας κόκκινος
στο βρώμινο μαντήλι-

τη νύχτα, μέσα σε κρίσεις ασφυξίας
σπάζω τα νερά του ύπνου μου,
αρπάζομαι αλαφιασμένη, από το σώμα μου,
για να σωθώ.

Ύστερα φεύγει ο φόβος.
Μέναι μονάχα η καμπούρα μάνα του:
"ως εδώ λοιπόν;"

Ησυχία των φαρμάκων, λανθάνουσα
τυλιγμένη σε βαμβάκι
το σούρσιμο των βημάτων στο διάδρομο.

Πίσω απ΄ την πόρτα
ηττημένος, στέκει ο Πέτρινος Θωμάς
Μου γνέφει με το δάκτυλο στα χείλη.


ΓΛΑΡΟΙ ΚΑΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ

Αλκυόνα της ώρας του νερού
Δυσεύρετη
Ραμφίζεις τις ρόγες της γυμνής Κασσάνδρας
Και τότε αυτή σωπαίνει
Αυτή σωπαίνει

Το φως του Ιόνιου απρόσιτο
Σαν τη γαλήνη ή το αρχαίο κάλλος
Πράσινο δοξαστικό της ελιάς
Ο δάκος στα μάτια μου

Κι όμως καμιά πληγή χαίνουσα
Με παρθενορραφές
Συρράπτω τις μέρες μου
Πιπιλίζοντας τους οβολούς
Σαν παστίλιες ευκαλύπτου

Τα πλακάκια του λουτρού κάτασπρα
Γιαλό γιαλό οι γλάροι και οι αυτόχειρες.

Friday, 9 September 2016

Μια κριτική του φιλολόγου και συγγραφέα Θωμά Ψύρρα για την ποιητική συλλογή Θούλη Το Λευκό Νησί του Κώστα Παπαποστόλου



Κώστας Παπαποστόλου: ΘΟΥΛΗ το λευκό νησί. Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012
O τίτλος της συλλογής “Θούλη – το λευκό νησί” παραπέμπει α) σε ένα χώρο οριακό και β) στο λευκό, το άγραφο άγνωστο που βρίσκεται πέραν του ορίου. Θούλη λοιπόν είναι η μετωνυμία του ακρότατου ορίου, η εσχατιά ανάμεσα στο γνωστό και το άγνωστο, το υπαρκτό και το μη υπαρκτό. Είναι ένα νησί -πιθανόν μυθικό- που αναφέρει ο αρχαίος Έλληνας ερευνητής Πυθέας τον 4ο αιώνα π.Χ. Σύμφωνα με τα γραπτά του, η Θούλη βρίσκεται στον ακραίο βορρά, έξι μέρες βόρεια της Βρετανίας. Για τον λόγο αυτό, το όνομα της Θούλης συμβολίζει από την εποχή της αρχαιότητας την πιο βόρεια άκρη του κόσμου (ultima thule), το ακρότατο όριο.
 
   Αλλά στην περίπτωση του Παπαποστόλου η “Θούλη” δεν ορίζεται γεωγραφικά και χωρικά. Αν δούμε με προσοχή, θα διαπιστώσουμε ότι με τα δύο κείμενα της συλλογής του, το πρώτο και το τελευταίο τίθεται και το περιεχόμενο των ορίων με όρους όχι χωρικούς αλλά και χρονικούς. Το πρώτο ποιητικό κείμενο της συλλογής “Για την Ιθάκη” (που ανοίγει ένα διάλογο με το γνωστό ποίημα του Καβάφη) αποτιμά μια χρονική διάρκεια και μια πορεία ζωής από την “αρχή”, και στο τελευταίο ποίημα της συλλογής, το “Άλλη εποχή”, επιβεβαιώνεται ο οριακός χαρακτήρας της ποιητικής “Θούλης”.
   Επομένως εξαρχής έχουμε να κάνουμε με δύο στοιχεία: το χώρο και το χρόνο τα οποία όμως στον ποιητικό νου του Παπαποστόλου παρουσιάζονται ενιαία, ως μία οντότητα, αλλά συγχρόνως και ως εξελισσόμενες διαδικασίες που οδηγούν στα “όρια” . Εκεί στα “όρια” τίθενται ως διακυβεύματα η ζωή και η μοίρα αλλά και η μνήμη και βέβαια η ποιητική κρίση. Συνεπώς το κλειδί της ποιητικής του Παπαποστόλου είναι η βασανιστική αίσθηση της “οριακότητας”.
   Σας θυμίζω ότι ήδη από την πρώτη του ποιητική συλλογή που εκδόθηκε στη Λάρισα από το βιβλιοπωλείο Κέραμος στα 1982 με το σεμνό τίτλο “Ποιήματα”, η έννοια της οριακότητας αποτελούσε ήδη συστατικό στοιχείο της ποιητικής του Παπαποστόλου γεγονός που οπωσδήποτε έχει να κάνει και με το ότι είναι μηχανικός κι επομένως χειρίζεται και χρησιμοποιεί ως επαγγελματικό εργαλείο την έννοια του “οριακού χρόνου” δηλαδή τον βραδύτερο επιτρεπόμενο χρόνο στον οποίο μπορεί να πραγματοποιηθεί ένα γεγονός, χωρίς να μεταβληθεί ο συνολικός χρόνος εκτέλεσης του έργου· αυτό που ονομάζεται και LS ή Late Start.
   Εκεί στην πρώτη του ποιητική συλλογή υπάρχει ένα κείμενο με τίτλο “Οριακός χρόνος”

Τ΄ όνομά μου
Είναι όπως με φωνάζουν
Και έμαθα τόσα χρόνια
Σιωπηλά να υπακούω.
Όμως η σιωπή μου
Είναι μια πελώρια κραυγή
Κρυμμένη.
Τότε το όνομά μου
Είναι το μέγεθος
Που μετρώ την αναμονή
Πριν την οριστική
Αυτονόμησή μου.
Το κείμενο αυτό γραμμένο στις 21 Μαΐου του 1979 είναι σημαδιακό με την έννοια ότι ο Παπαποστόλου ήδη πολύ νωρίς δημιούργησε τον δικό του προσωπικό ατράκτορα (attractor ), τον “παράξενο ελκυστή” της ποίησής του, που δεν είναι άλλος από την έννοια του οριακού χρόνου που διαπερνά -συνειδητά ή ασύνειδα- την ποίησή του. 
   Η ποιητική παραγωγή ενός ατόμου -ιδίως όταν απλώνεται σε ικανό χρονικό διάστημα- μπορεί να θεωρηθεί ως ένα δυναμικό σύστημα στο οποίο οι αλλαγές που συντελούνται με το πέρασμα του χρόνου είναι διακριτές. (Αρκεί κάποιος να ξεφυλλίσει τις σελίδες της συνολικής ποιητικής παραγωγής ενός συγγραφέα). Όμως αυτές οι αλλαγές -σκόπιμες, απρόβλεπτες ή τυχαίες- διαγράφουν μια “κίνηση” ως προς μια συγκεκριμένη “θέση” στην οποία έλκεται λόγω των συνθηκών η κίνηση και η μεταβολή του συστήματος. Δανείζομαι τον όρο από τα μαθηματικά του Χάους για να δείξω την εσωτερική συνέπεια -συνειδητή ή μη- του ποιητικού νου.
Ο “οριακός χρόνος” λοιπόν αποτελεί τον ελκυστή της ποιητικής παραγωγής του Παπαποστόλου και εδώ πυκνώνεται η προσωπική αγωνία του και ξεδιπλώνεται ο ποιητικός λόγος με τη συγκεκριμένη θεματική. 
Εντελώς πρόχειρη απόδειξη: από την τιτλοφόρηση των πενήντα έξι ποιημάτων της συλλογής, τα περισσότερα περιέχουν ευθέως αναφορές στον χρόνο (Εσπέρα, Ανάμεσα στις εποχές, Κάθε που νυχτώνει, Λίγο πριν, Ύστερα από χρόνια, Την επομένη, Άλλη εποχή...), ή τον υπονοούν ( Περιμένοντας, Κάποτε μια φορά, η Πρώτη, Η τελευταία βροχή, Το τελευταίο ταξίδι, Στο τέλος του Σεπτέμβρη...) ή τον περιέχουν ως καίρια στιγμιότυπα και νησίδες μνήμης (Η επιστροφή, Ο παλιός Σεπτέμβρης, Κοντά στο σούρουπο...) 
Η προηγούμενη διαπίστωση θέτει δύο ζητήματα στα οποία θα επιχειρήσω να απαντήσω:  α) από που προέρχεται η επιλογή της “οριακότητας” ως ποιητικού ελκυστή, ως ασύνειδου ποιητικού κέντρου β) πως η οριακότητα επηρεάζει τη μορφή των ποιητικών δεδομένων. 
α) Δεν ανάφερα τυχαία την - ίσως -παρακινδυνευμένη συσχέτιση ποίησης και δυναμικών συστημάτων. Είπα ότι η ποικιλία των επιμέρους ποιητικών θεμάτων, οι επιλογές των ποιητικών μοτίβων, η επιλογή των ίδιων των λέξεων - σκόπιμες, απρόβλεπτες ή τυχαίες – συστρέφονται γύρω από μια συγκεκριμένη “θέση” στην οποία έλκεται λόγω των συνθηκών η κίνηση και η μεταβολή του συστήματος. 
“Λόγω των συνθηκών” λοιπόν!...
Με την ποιητική συλλογή “Θούλη” του Κώστα Παπαποστόλου βρισκόμαστε στην καρδιά της “γενιάς του '70” της επονομαζόμενης και “γενιάς του Πολυτεχνείου” όχι μόνο διότι, ως γνωστόν, ο Κώστας Παπαποστόλου υπήρξε μια σημαίνουσα νεανική προσωπικότητα στην πορεία του κινήματος των Λαρισαίων φοιτητών και τυπικός εκπρόσωπος της γενιάς του, αλλά και γιατί η ποιητική του πράξη ενσωματώνει τα βασικά εκφραστικά και θεματικά κέντρα της.
Μάλιστα στην περίπτωση του Παπαποστόλου η έκδοση των συλλογών του εμφανίζεται σε χρόνια κρίσιμα για την πλήρη ενηλικίωση της γραμματολογικής γενιάς: η πρώτη του ποιητική συλλογή, τα "Ποιήματα", παρουσιάζεται στη Λάρισα στο ξεκίνημα της δεκαετίας του 80, η επόμενη, "Ο Μεγάλος Κύκλος", θα περιμένει χρόνια για να εμφανιστεί μέσα στην αποθέωση και την κορύφωση της νεοελληνικής φούσκας το 2005 και τέλος η τωρινή, "Θούλη", μέσα στα χρόνια της βαθιάς κρίσης και των δεδομένων ανατροπών και ριζικών αναθεωρήσεων. Η γραμματολογική γενιά μέσα στα τρία αυτά όρια διέγραψε την πορεία της και μαζί της διέγραψε και “διέγραψε” πλήθος από τις βεβαιότητες ή τις σταθερές της. Στην πραγματικότητα τώρα περατώνει τον κύκλο της και τώρα οφείλει να δώσει το ώριμο έργο. Σε συνθήκες κρίσης η ποίηση που θα γραφεί -δεν έχει άλλο δρόμο- οφείλει να αναστοχαστεί για τους προηγούμενους τρόπους και τη θεματική της.
Ιδού λοιπόν από που πηγάζει η αίσθηση της οριακότητας ως ποιητικός ελκυστής στο έργο του Παπαποστόλου.

β) Βέβαια περιέγραψα την οριακότητα για λόγους κατανόησης εντελώς “τεχνικά” σαν να είναι ένα χωροχρονικό παίγνιο. Μπορεί ίσως να ήταν κάτι τέτοιο στο ποιητικό ξεκίνημα αλλά στο πέρασμα του χρόνου και καθώς πυκνώνει κι ωριμάζει ο ποιητικός λόγος του Παπαποστόλου μετατρέπεται σε κάτι άλλο βαθύτερο και ουσιαστικότερο. Μετατρέπεται σε υλικό εξομολόγησης. Αν κρυφακούσει κάποιος τα ποιήματα του Κώστα Παπαποστόλου θα καταλάβει ότι έχουμε να κάνουμε με έναν εκπρόσωπο της εξομολογητικής ποίησης στην Ελλάδα. Και δεν αναφέρομαι στις ομολογημένες και εμφανείς επιρροές από τον Καβάφη, τον Ρίτσο, τον Λειβαδίτη, τον Αναγνωστάκη, τον Βύρωνα Λεοντάρη ή τον Καρυωτάκη, αναφέρομαι κυρίως στην επιρροή από την κινέζικη ποίηση, τον Ζακ Πρεβέρ και κυρίως από την ποίηση της αμερικανίδας Αν Σέξτον μίας από τις σπουδαιότερες ποιήτριες των αμερικανικών γραμμάτων που θεωρείται και η σημαντικότερη εκπρόσωπος της λεγόμενης εξομολογητικής ποίησης.
Η επίδραση και η επιρροή δε σημαίνουν υποχρεωτικά και έλλειψη πρωτοτυπίας. Μπορεί η νεωτερικότητα να θεωρεί ότι η πρωτοτυπία είναι μια αδιαπραγμάτευτη δημιουργική αρετή, αλλά τα πράγματα δεν ήταν ανέκαθεν έτσι ούτε πιθανόν να είναι. Οι προτεραιότητες στη δημιουργία αλλάζουν σε βάθος χρόνου και μαζί αλλάζει και ο τρόπος που βλέπουμε τα έργα των ανθρώπων. Στη μετανεωτερικότητα το χρησιμοποιημένο, το ήδη κοινό ή και το κοινότοπο, το μαζικό και το φθαρμένο κατέχει κυρίαρχη θέση μια και διευκολύνει τον αναστοχασμό πάνω στις παλιές ολιστικές μας βεβαιότητες ή και στις σταθερές λογοτεχνικές ή κοινωνικές αξίες. Ο αναστοχασμός με βάση τις προϋπάρχουσες αναγνώσεις παράγει καινούργια αισθητικά αποτελέσματα κι επομένως επηρεάζει τη μορφή των ποιητικών δεδομένων.

Αυτές οι λέξεις γίνονται στίχοι μοναχικοί

να ταξιδέψουν στη βροχή και στον αέρα

με ένα κράτημα μικρό στην ομίχλη του δειλινού

Οι εμφανείς επιρροές δεν αφορούν μόνο τη συγκεκριμένη ποιητική συλλογή του Κώστα Παπαποστόλου αλλά περι-γράφουν τον πολλυσυλλεκτικό τρόπο που επέλεξε για την ποιητική δημιουργία μία ολόκληρη γενιά. Άλλωστε ποιητικά μοτίβα όπως ο εγκλεισμός, η μόνωση, η μνήμη, η αμφιθυμία, τα ποιήματα ποιητικής είναι κοινά για όλους τους ποιητές της γενιάς του '70.
Η οριακότητα του Παπαποστόλου τον εξωθεί σε μια ποιητική προσπάθεια να ανασύρει θραύσματα από το πιο βαθύ και πιο σπασμένο κομμάτι του εαυτού του, ποίηση συχνά οδυνηρή, μιλά για το θάνατο αλλά και για όσους επιλέγουν τη ζωή και καταγράφουν μια πορεία μεταξύ των ανώτατων και των κατώτατων σημείων του ανθρώπινου ψυχισμού και των απολαύσεων της ζωής. Γι' αυτό και πολλά κείμενα διατηρούν έναν ασθματικό ρυθμό και μοιάζουν σα να ξεκινούν μια ιστορία η οποία όμως δεν ολοκληρώνεται σχεδόν ποτέ. Έτσι η αφηγηματική αρχή απομένει μετέωρη και εκκρεμής κλείνοντας συχνά απότομα λες και μαζεύεται να μην αποκαλυφθεί και δημιουργούν μια ποίηση που

μας βυθίζει μέχρι το λαιμό

στον τρόμο

Γιατί έτσι γνωρίζουμε βαθύτερα τη ματαιότητα

της ύπαρξης

καθώς οι στίχοι συνθέτουν το αναπότρεπτο

Τέλος.

Να με θυμηθείτε.

Ο Παπαποστόλου θα γράψει σύντομα και άλλη ποιητική συλλογή. Και είμαι βέβαιος ότι η νέα του εργασία θα είναι ένα βήμα παραπέρα. Από την ανίχνευση των χρησιμοποιημένων στοιχείων θα προχωρήσει σε μία σύνθεση αυτών των στοιχείων σε χρηστικές ποιητικές αφηγήσεις γιατί αυτό ακριβώς προσπαθεί να κάνει και να μας δώσει. Άλλωστε ξέρει καλά αυτό που έγραψε η Αν Σέξτον στο ποίημα "Welcome Morning" της συλλογής "Τhe Awful Rowing Toward God" (Η φρικτή κωπηλασία προς το Θεό):

Υπάρχει χαρά σε όλα… Η χαρά που δεν μοιράζεται, άκουσα, πεθαίνει νωρίς. 
Ή για να το πω με τα λόγια του Παπαποστόλου:
        Για σένα
Στο περιθώριο
να ακουμπάς τα δάχτυλά σου
Εκεί που δεν σε φτάνουν οι ματιές
να κοιμάσαι
Αόρατη σκιά στις σκιές
του χρόνου
Αόρατο στίγμα
στον αέρα
Μόνο εσύ
θα αναγνωρίζεις τον εαυτό σου
Μόνο εσύ θα θυμάσαι
πως ακολουθούν τους ήρωες
Σιωπηλά
Για να κριθείς επίγεια
Αφού δεν υπάρχουν
ουρανοί
Να κατοικείς στο τίποτε
Στο μηδέν να μετράς
τα βήματά σου
Και να βυθίζεσαι
σε μια στάχτη ντροπής
Για όσα δεν γίνηκαν ακόμη.



Θωμάς Ψύρρας

Αθήνα 28 Μαρτίου 2013