Κύματα Κυριακής τα μάτια μου
κύματα μοναξιάς τα χέρια μου
τρίζουν από ύπνο αθώο
τα δόντια μέσα στην καρδιά μου
το πεθαμένο το παιδί
δεν ξενιτεύεται
πάει κρατώντας ένα
κόκκινο σκυλάκι
μέσα στο μαντίλι
τέρατα περπατούν
ανάποδα στα όνειρα
φυσάει ένας άγριος αέρας
πάνω από τις λεμονάδες
πετάει μια νυχτερίδα
σαν πικραμένο ευαγγέλιο
με ένα μαύρο πανί
μία γυναίκα
σκεπάζει το φεγγάρι
Tuesday, 29 December 2009
Δεν είναι τύχη ότι ζω πιο πέρα.
Δεν είναι τύχη ότι ζω πιο πέρα...
Σκοτείνιασε από την άλλη την μεριά καθώς κοιτάζω
τ΄ άσπρα σπίτια και τα μαύρα σπίτια
πιο χέρι σημαδιακό τώρα θα μ΄ αγγίξει?
Δαιμονικές κόκκινες ρόδες όλο κυλάνε
αυτό το σμάρι των παιδιών
φωλιάζει και από ένας θάνατος μεσ΄ το κορμί τους
τον κάνανε χαρούμενο στεφάνι
και τον χτυπούν με το μικρό το ξύλο
κυλάει κυλάει το τσέρκι το κυλάνε
κυλάει η ζωή τους ήλιος που τα περονιάζει
καθώς χτυπάνε με το ξύλο
Τον παγωμένο θάνατο που τρέχει...
Το πένθος άφωνο κοκκάλωσε τριγύρω.
Δεν είναι τύχη ότι ζω πιο πέρα.
Σκοτείνιασε από την άλλη την μεριά καθώς κοιτάζω
τ΄ άσπρα σπίτια και τα μαύρα σπίτια
πιο χέρι σημαδιακό τώρα θα μ΄ αγγίξει?
Δαιμονικές κόκκινες ρόδες όλο κυλάνε
αυτό το σμάρι των παιδιών
φωλιάζει και από ένας θάνατος μεσ΄ το κορμί τους
τον κάνανε χαρούμενο στεφάνι
και τον χτυπούν με το μικρό το ξύλο
κυλάει κυλάει το τσέρκι το κυλάνε
κυλάει η ζωή τους ήλιος που τα περονιάζει
καθώς χτυπάνε με το ξύλο
Τον παγωμένο θάνατο που τρέχει...
Το πένθος άφωνο κοκκάλωσε τριγύρω.
Δεν είναι τύχη ότι ζω πιο πέρα.
Monday, 28 December 2009
Ασυμβίβαστα
Όλα τα ποιήματά μου για την άνοιξη
ατέλειωτα μένουν.
Φταίει που πάντα βιάζεται η άνοιξη,
φταίει που πάντα αργεί η διάθεσή μου.
Για αυτό αναγκάζομαι
κάθε σχεδόν ποίημά μου για την άνοιξη
με μια εποχή φθινοπώρου
να αποτελειώνω.
ατέλειωτα μένουν.
Φταίει που πάντα βιάζεται η άνοιξη,
φταίει που πάντα αργεί η διάθεσή μου.
Για αυτό αναγκάζομαι
κάθε σχεδόν ποίημά μου για την άνοιξη
με μια εποχή φθινοπώρου
να αποτελειώνω.
Wednesday, 23 December 2009
Οι ταλαντώσεις του εκκρεμούς
Μέσα στο σκοτάδι δουλεύοντας επί επτά ημέρες ασταμάτητα
με αίμα και λάσπη έκτισε ο Θεός τον κόσμο
ακατανόητες έγιναν από τότε οι ταλαντώσεις του εκκρεμούς
που προυπήρχε της δημιουργίας, ανοιχτά απόμειναν
τα μάτια των νεκρών για πάντα και αλίμονο!
ο επελαύνων χρόνος δεν συγκρατείται πια από κανένα
ανάχωμα.
με αίμα και λάσπη έκτισε ο Θεός τον κόσμο
ακατανόητες έγιναν από τότε οι ταλαντώσεις του εκκρεμούς
που προυπήρχε της δημιουργίας, ανοιχτά απόμειναν
τα μάτια των νεκρών για πάντα και αλίμονο!
ο επελαύνων χρόνος δεν συγκρατείται πια από κανένα
ανάχωμα.
Monday, 21 December 2009
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ 1948
Κρατώ λουλούδι μάλλον.
Παράξενο.
Φαίνεται από τη ζωή μου
πέρασε κόπος κάποτε.
Στο άλλο χέρι
κρατώ πέτρα.
Με χάρη και έπαρση.
υπόνοια καμιά
ότι προειδοποιούμαι για αλλοιώσεις,
προγεύομαι άμυνες.
Φαίνεται από τη ζωή μου
πέρασε άγνοια κάποτε.
Χαμογελώ.
Η καμπύλη του χαμόγελου,
το κοίλο αυτής της διαθέσεως,
μοιάζει με τόξο καλά τεντωμένο,
έτοιμο.
Φαίνεται από τη ζωή μου
πέρασε στόχος κάποτε.
Και προδιάθεση νίκης.
Το βλέμμα βυθισμένο
στο προπατορικό αμάρτημα:
τον απαγορευμένο καρπό
της προσδοκίας γεύεται.
Φαίνεται από τη ζωή μου
πέρασε πίστη κάποτε.
Η σκιά μου, παιχνίδι του ήλιου μόνο.
Φοράει στολή δισταγμού.
Δεν έχει ακόμα προφθάσει να είναι
σύντροφός μου ο καταδότης.
Φαίνεται από τη ζωή μου
πέρασε επάρκεια κάποτε.
Συ δεν φαίνεσαι.
Όμως για να υπάρχει γκρεμός στο τοπίο,
για νά έχω σταθεί στην άκρη του
κρατώντας λουλούδι
και χαμογελώντας,
θα πει πως όπου νά 'ναι έρχεσαι.
Φαίνεται από τη ζωή μου
ζωή πέρασες κάποτε.
Παράξενο.
Φαίνεται από τη ζωή μου
πέρασε κόπος κάποτε.
Στο άλλο χέρι
κρατώ πέτρα.
Με χάρη και έπαρση.
υπόνοια καμιά
ότι προειδοποιούμαι για αλλοιώσεις,
προγεύομαι άμυνες.
Φαίνεται από τη ζωή μου
πέρασε άγνοια κάποτε.
Χαμογελώ.
Η καμπύλη του χαμόγελου,
το κοίλο αυτής της διαθέσεως,
μοιάζει με τόξο καλά τεντωμένο,
έτοιμο.
Φαίνεται από τη ζωή μου
πέρασε στόχος κάποτε.
Και προδιάθεση νίκης.
Το βλέμμα βυθισμένο
στο προπατορικό αμάρτημα:
τον απαγορευμένο καρπό
της προσδοκίας γεύεται.
Φαίνεται από τη ζωή μου
πέρασε πίστη κάποτε.
Η σκιά μου, παιχνίδι του ήλιου μόνο.
Φοράει στολή δισταγμού.
Δεν έχει ακόμα προφθάσει να είναι
σύντροφός μου ο καταδότης.
Φαίνεται από τη ζωή μου
πέρασε επάρκεια κάποτε.
Συ δεν φαίνεσαι.
Όμως για να υπάρχει γκρεμός στο τοπίο,
για νά έχω σταθεί στην άκρη του
κρατώντας λουλούδι
και χαμογελώντας,
θα πει πως όπου νά 'ναι έρχεσαι.
Φαίνεται από τη ζωή μου
ζωή πέρασες κάποτε.
Friday, 18 December 2009
Ερωτικό κάλεσμα
Έλα κοντά μου , δεν είμαι η φωτιά.
Τις φωτιές τις σβήνουν τα ποτάμια.
Τις πνίγουν οι νεροποντές.
Τις κυνηγούν οι βοριάδες.
Δεν είμαι , δεν είμαι η φωτιά.
Τις φωτιές τις σβήνουν τα ποτάμια.
Τις πνίγουν οι νεροποντές.
Τις κυνηγούν οι βοριάδες.
Δεν είμαι , δεν είμαι η φωτιά.
Έλα κοντά μου δεν είμαι άνεμος.
Τους άνεμους τους κόβουν τα βουνά.
Τους βουβαίνουν τα λιοπύρια.
Τους σαρώνουν οι κατακλυσμοί.
Δεν είμαι, δεν είμαι ο άνεμος.
Τους άνεμους τους κόβουν τα βουνά.
Τους βουβαίνουν τα λιοπύρια.
Τους σαρώνουν οι κατακλυσμοί.
Δεν είμαι, δεν είμαι ο άνεμος.
Εγώ δεν είμαι παρά ένας στρατολάτης
ένας αποσταμένος περπατητής
που ακούμπησε στη ρίζα μιας ελιάς
ν' ακούσει το τραγούδι των γρύλων.
Κι αν θέλεις , έλα να τ' ακούσουμε μαζί.
ένας αποσταμένος περπατητής
που ακούμπησε στη ρίζα μιας ελιάς
ν' ακούσει το τραγούδι των γρύλων.
Κι αν θέλεις , έλα να τ' ακούσουμε μαζί.
Από τη συλλογή "Τα αντικλείδια", εκδ. Στιγμή
Ηχώ
Τα βήματά μας αντηχούν ακόμη
Μέσα στο δάσος με το βόμβο των εντόμων
Και τις βαρειές σταγόνες απ' τ' αγιάζι
Που στάζει στα φυλλώματα των δέντρων
Κι ιδού που σκάζει μέσα στις σπηλιές
Η δόνησις κάθε κτυπήματος των υλοτόμων
Καθώς αραιώνουν με πελέκια τους κορμούς
Κρατώντας μες στο στόμα τους τραγούδια
Που μάθαν όταν ήτανε παιδιά
Και παίζανε κρυφτούλι μες στο δάσος.
Μέσα στο δάσος με το βόμβο των εντόμων
Και τις βαρειές σταγόνες απ' τ' αγιάζι
Που στάζει στα φυλλώματα των δέντρων
Κι ιδού που σκάζει μέσα στις σπηλιές
Η δόνησις κάθε κτυπήματος των υλοτόμων
Καθώς αραιώνουν με πελέκια τους κορμούς
Κρατώντας μες στο στόμα τους τραγούδια
Που μάθαν όταν ήτανε παιδιά
Και παίζανε κρυφτούλι μες στο δάσος.
Friday, 13 November 2009
Νοητή γραμμή
Καπνοί από τσιγάρα
και κούπες
γεμάτες καφέ,
δίπλα
στη νοητή γραμμή,
που η δίνη
των λέξεων
ακουμπά
και γνέφει
τραυματισμένη
τη σιωπή μου.
και κούπες
γεμάτες καφέ,
δίπλα
στη νοητή γραμμή,
που η δίνη
των λέξεων
ακουμπά
και γνέφει
τραυματισμένη
τη σιωπή μου.
ΤΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ
Αρλεκίνοι και παλιάτσοι
Διόνυσοι φρικτοί,
παροξυσμένοι.
Θα ντυθώ κι εγώ χαρούμενη.
Μες στο μπουλούκι των αγρίων
θα γίνω μία σερπαντίνα
να ξετυλίγω μ’ αγωνία
το αγκυλωμένο χέρι μου.
Οι ορδές των μασκαράδων
θα περνούν λαχανιασμένες.
Τα στόματά τους ανοιχτά,
στεγνά και πεινασμένα
θα ψελλίζουν εγγαστρίμυθα
«μαζί, χαρά, αγάπη».
Και πάνω σε αλογόσυρτο
φλογοσκορπίζον άρμα
η μοναξιά
θα ξεγελά τους μεθυσμένους
ντυμένη Έρωτας.
Διόνυσοι φρικτοί,
παροξυσμένοι.
Θα ντυθώ κι εγώ χαρούμενη.
Μες στο μπουλούκι των αγρίων
θα γίνω μία σερπαντίνα
να ξετυλίγω μ’ αγωνία
το αγκυλωμένο χέρι μου.
Οι ορδές των μασκαράδων
θα περνούν λαχανιασμένες.
Τα στόματά τους ανοιχτά,
στεγνά και πεινασμένα
θα ψελλίζουν εγγαστρίμυθα
«μαζί, χαρά, αγάπη».
Και πάνω σε αλογόσυρτο
φλογοσκορπίζον άρμα
η μοναξιά
θα ξεγελά τους μεθυσμένους
ντυμένη Έρωτας.
Monday, 9 November 2009
Απόψε
Απόψε γύρισε ο καιρός.
Απόψε γύρισε ο καιρός, φυσάει
Ένας δυνατός βοριάς
Δεν τον ακούς
Φυσάει, βουίζουν τα πλατάνια ανταρεμένα
Δεν ακούς
Απόψε γύρισε ο καιρός, τελειώσαν
Ξαφνικά οι γαλήνιες μέρες
Τις βλέπεις, φύλλα πλατανιών
Μέσα στον άγριο άνεμο
Τις βλέπεις, φύλλα πλατανιών
Δε στέκουν πουθενά
Δεν στέκουν πουθενά, που να σταθούν
Πως να σταθούν
Φύλλα στην δίνη του καιρού, σκορπίζουν
Χάνονται
Ποιος ξέρει
Ποιος ξέρει τι καιρούς, πόσον καιρό
Ήσυχα οι γαλήνιες μέρες κυοφορούσαν
Τη νύχτα τη αποψινή
Κανείς δεν ξέρει τίποτα, ποτέ
Απόψε γύρισε ο καιρός, φυσάει
Ένας δυνατός βοριάς
Που βρίσκεσαι, δεν τον ακούς
Που βρίσκεσαι, θα φέρει καταιγίδα
Φύλλα
Πλατανιών οι μέρες μας
Στη δίνη των καιρών.
Απόψε γύρισε ο καιρός, φυσάει
Ένας δυνατός βοριάς
Δεν τον ακούς
Φυσάει, βουίζουν τα πλατάνια ανταρεμένα
Δεν ακούς
Απόψε γύρισε ο καιρός, τελειώσαν
Ξαφνικά οι γαλήνιες μέρες
Τις βλέπεις, φύλλα πλατανιών
Μέσα στον άγριο άνεμο
Τις βλέπεις, φύλλα πλατανιών
Δε στέκουν πουθενά
Δεν στέκουν πουθενά, που να σταθούν
Πως να σταθούν
Φύλλα στην δίνη του καιρού, σκορπίζουν
Χάνονται
Ποιος ξέρει
Ποιος ξέρει τι καιρούς, πόσον καιρό
Ήσυχα οι γαλήνιες μέρες κυοφορούσαν
Τη νύχτα τη αποψινή
Κανείς δεν ξέρει τίποτα, ποτέ
Απόψε γύρισε ο καιρός, φυσάει
Ένας δυνατός βοριάς
Που βρίσκεσαι, δεν τον ακούς
Που βρίσκεσαι, θα φέρει καταιγίδα
Φύλλα
Πλατανιών οι μέρες μας
Στη δίνη των καιρών.
Sunday, 8 November 2009
Ο Σωτήρας
Μετρώ στα δάχτυλα των κομμένων χεριών μου
τις ώρες που πλανιέμαι στα δώματα αυτά τ΄ ανέμου
δεν έχω άλλα χέρια αγάπη μου κι οι πόρτες
δεν θέλουν να κλείσουν και οι σκύλοι ανένδοτοι
Με τα γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στα βρώμικα αυτά νερά
με τη γυμνή καρδιά μου αναζητώ (όχι για μένα)
ένα γαλανό παράθυρο
πως χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικά
δίχως μια χαραμάδα φως
δίχως μια αναπνοή οξυγόνου
για τον άρρωστο αναγνώστη
Αφού κάθε δωμάτιο είναι και μια ανοιχτή πληγή
πως να κατέβω πάλι σκάλες που θρυμματίζονται
ανάμεσα απ΄ το βούρκο πάλι και τ΄άγρια σκυλιά
να φέρω φάρμακα και ρόδινες γάζες
κι αν βρω το φαρμακείο κλειστό
κι αν βρω πεθαμένο το φαρμακοποιό
κι αν βρω τη γυμνή καρδιά μου στη βιτρίνα του φαρμακείου
Όχι όχι τέλιωσε δεν υπάρχει σωτηρία
Θα μείνουν τα δωμάτια όπως είναι
με τον άνεμο και τα καλάμια του
με τα συντρίμια των γυάλινων προσώπων που βογγάνε
με την άχρωμη αιμορραγία τους
με χέρια πορσελάνης που απλώνονται σε μένα
με την ασυχώρητη λησμονιά
Ξέχασαν τα δικά μου σάρκινα χέρια που κοπήκαν
την ώρα που μετρούσα την αγωνία τους.
τις ώρες που πλανιέμαι στα δώματα αυτά τ΄ ανέμου
δεν έχω άλλα χέρια αγάπη μου κι οι πόρτες
δεν θέλουν να κλείσουν και οι σκύλοι ανένδοτοι
Με τα γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στα βρώμικα αυτά νερά
με τη γυμνή καρδιά μου αναζητώ (όχι για μένα)
ένα γαλανό παράθυρο
πως χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικά
δίχως μια χαραμάδα φως
δίχως μια αναπνοή οξυγόνου
για τον άρρωστο αναγνώστη
Αφού κάθε δωμάτιο είναι και μια ανοιχτή πληγή
πως να κατέβω πάλι σκάλες που θρυμματίζονται
ανάμεσα απ΄ το βούρκο πάλι και τ΄άγρια σκυλιά
να φέρω φάρμακα και ρόδινες γάζες
κι αν βρω το φαρμακείο κλειστό
κι αν βρω πεθαμένο το φαρμακοποιό
κι αν βρω τη γυμνή καρδιά μου στη βιτρίνα του φαρμακείου
Όχι όχι τέλιωσε δεν υπάρχει σωτηρία
Θα μείνουν τα δωμάτια όπως είναι
με τον άνεμο και τα καλάμια του
με τα συντρίμια των γυάλινων προσώπων που βογγάνε
με την άχρωμη αιμορραγία τους
με χέρια πορσελάνης που απλώνονται σε μένα
με την ασυχώρητη λησμονιά
Ξέχασαν τα δικά μου σάρκινα χέρια που κοπήκαν
την ώρα που μετρούσα την αγωνία τους.
Friday, 30 October 2009
Διάπλους
Θέλω να περάσω αλώβητος
προς τον κρυμένο κήπο με τα άνθη της παραφοράς σου
προς τα εκεί που αδιάκοπα φυτρώνει
στο χυμένο αίμα σου ο αμάραντος
και εξαίσιοι έφηβοι μ΄ ένα κλωνί του
πηγαινοέρχονται άφοβα στον Άδη.
Διαπλέοντας ακόμη κια αυτή την άβατη σκέψη σου
με των καθαγιασμένων την υπεροψία να ξανοικτώ
αψηφώντας τις κάνες της σιωπής σου
προς τα εκεί που πάντοται ενεδρεύεις
που ανελλιπως μ΄ αγγίζεις
με δάχτυλα παραφροσύνης
και στιβάζεις μέσα μου στιγμές φαρμακωμένες
και περάσματα για μέρη απρόσιτα.
Στον τόπο που εσύ η αντιλόπη
εσύ η διαίσθησή μου
με το αδιάψευστο έγκαυμα στο μέτωπο
γίνεσαι η αδέσποτη καμπάνα της αφυπνίσεως
κι αναζητάς την σάρκα μου γυμνή
ρωγμή ζητάς να μπεις στον ύπνο μου
να σύρεις τον δαυλό
κρυφά απ΄ το βλέμμα της νυκτός
που με φυλάττει
να πυρπολήσεις τα όνειρά μου.
προς τον κρυμένο κήπο με τα άνθη της παραφοράς σου
προς τα εκεί που αδιάκοπα φυτρώνει
στο χυμένο αίμα σου ο αμάραντος
και εξαίσιοι έφηβοι μ΄ ένα κλωνί του
πηγαινοέρχονται άφοβα στον Άδη.
Διαπλέοντας ακόμη κια αυτή την άβατη σκέψη σου
με των καθαγιασμένων την υπεροψία να ξανοικτώ
αψηφώντας τις κάνες της σιωπής σου
προς τα εκεί που πάντοται ενεδρεύεις
που ανελλιπως μ΄ αγγίζεις
με δάχτυλα παραφροσύνης
και στιβάζεις μέσα μου στιγμές φαρμακωμένες
και περάσματα για μέρη απρόσιτα.
Στον τόπο που εσύ η αντιλόπη
εσύ η διαίσθησή μου
με το αδιάψευστο έγκαυμα στο μέτωπο
γίνεσαι η αδέσποτη καμπάνα της αφυπνίσεως
κι αναζητάς την σάρκα μου γυμνή
ρωγμή ζητάς να μπεις στον ύπνο μου
να σύρεις τον δαυλό
κρυφά απ΄ το βλέμμα της νυκτός
που με φυλάττει
να πυρπολήσεις τα όνειρά μου.
Του ονείρου μου η εκφορά
Πέρασα τη ζωή μου
Σπέρνοντας φώτα
Στην παρθένα έκταση του χιονιού
Στον αναπεπταμένο χάρτη του έρωτα.
Υφαίνοντας ένα μανδύα
Με ήχους μουσικούς
Ή χαράζοντας λέξεις
Μέσα σε μιά κατακόμβη
Αποπνιχτική
Κι όλα τα πράγματα νεκρά
Συναπαρτίζουν τώρα
Μιαν εκθαμβωτική πομπή
Κι ακολουθούν ομόθυμα
Του ονείρου μου την εκφορά.
Σπέρνοντας φώτα
Στην παρθένα έκταση του χιονιού
Στον αναπεπταμένο χάρτη του έρωτα.
Υφαίνοντας ένα μανδύα
Με ήχους μουσικούς
Ή χαράζοντας λέξεις
Μέσα σε μιά κατακόμβη
Αποπνιχτική
Κι όλα τα πράγματα νεκρά
Συναπαρτίζουν τώρα
Μιαν εκθαμβωτική πομπή
Κι ακολουθούν ομόθυμα
Του ονείρου μου την εκφορά.
Ολόιδια εσύ
Ολόιδια εσύ
Απαράλλαχτη
Πιο πελδινή από τη σελήνη
Και νυμφευμένη για πάντα
Με τον ουρανό
Ενώ εμείς
Στα πόδια σου ριζωμένοι
Να ΄χουμε γίνει πέτρες
Η λίγη στάχτη
Σ΄ ένα δρόμο σκοτεινό.
Απαράλλαχτη
Πιο πελδινή από τη σελήνη
Και νυμφευμένη για πάντα
Με τον ουρανό
Ενώ εμείς
Στα πόδια σου ριζωμένοι
Να ΄χουμε γίνει πέτρες
Η λίγη στάχτη
Σ΄ ένα δρόμο σκοτεινό.
Subscribe to:
Posts (Atom)
