Ήθελες κάτι να μου πεις και δε σου το ρωτούσα
(Το καλοκαίρι είχε σωθεί
και τ' άνθη που αγαπούσα).
Ήθελες κάτι να μου πεις
και τόχα λησμονήσει.
(Τη ρίζα που καθόμαστε
-θυμάσαι? - έχουν γκρεμίσει).
(Είχε από τότε εντός μου
σε φθινόπωρο γυρίσει).
Μου είπες, α, ναι!
- πως μ΄αγαπάς
- μα τόχω λησμονήσει.
(Τα Βουκολικά και τα Εγκώμια)
Monday, 5 October 2009
Saturday, 19 September 2009
ΤΟ ΘΑΥΜΑ
Οταν χανόμαστε σε σκέψεις,
χάνουμε αυτή την αμεσότητα του θαύματος
καθημερνού και ατελεύτητου
λίγο πιό δω απ´την οργή μας και τον φόβο μας,
λίγο πιό κει από τα μαραμένα βλέφαρά μας.
Το θαύμα,σταγόνα πρωϊνής δροσιάς στα πέταλα του ρόδου.
Το θαύμα της γαλάζιας της σκιάς
καθώς γλιστράει στους τοίχους των σπιτιών τη νύχτα
χάνουμε αυτή την αμεσότητα του θαύματος
καθημερνού και ατελεύτητου
λίγο πιό δω απ´την οργή μας και τον φόβο μας,
λίγο πιό κει από τα μαραμένα βλέφαρά μας.
Το θαύμα,σταγόνα πρωϊνής δροσιάς στα πέταλα του ρόδου.
Το θαύμα της γαλάζιας της σκιάς
καθώς γλιστράει στους τοίχους των σπιτιών τη νύχτα
Κι ένας αρχάγγελος πάνω απ´τον θόλο της οδύνης μας,
να ραίνει μ´άστρα την αμήχανη σιωπή μας...
Βασιλική Φράγκου
Τα ποιήματα της άλλης μέρας
1
Μπρος στο παχύ μου μαύρο σκοτάδι
ανοίγει θαυμάζοντας το μυαλό
την άγρια ομορφιά των ασυνείδητών μου πόθων
2
Μ’ αγαπάει γυρνώντας το αφοσιωμένο του πρόσωπο στη θάλασσα
Μόνο το χαμόγελο δεν προχωράει
αντιγράφοντας τις πέτρες με αδέξιες συσπάσεις
κι έχει ένα χέρι αργό σα φως πάνω σε κάθε μίσχο
προσεχτικό σα νεράκι που σταλάζει από ελαφρή πέτρα πάνω στην άμμο
Τον αντιγράφω κι εγώ τοποθετώντας τις πέτρες στον άλλο ορίζοντα
εκεί που το φως είναι μηδαμινό και τα πουλιά πετάνε ελεύθερα χωρίς αγγίγματα
και το καθετί είναι τα πάντα
3
Περνάει χαμηλά, περνάει κοντά
κι ειν’ ανοιχτές οι δυό του άκρες
Γεμίζει τις άκρες του κόσμου και φεύγει
Κι είναι πολύ, πάρα πολύ να σηκώσει τόσο βάρος
Οι πέτρες φορτωμένες με τη σιωπή πέφτουν μεσ’ στην ανησυχία
4
Σταματάω τον εαυτό μου κι αρχίζω εσένα στον ορίζοντα
Είναι καφέ το ένα σου πόδι σαν το χώμα
και είναι το μικρό σου σχήμα αφάνταστα όμορφο
κι ειν’ εύκολο έτσι να σε πω
όπως ανοίγεις κάθε ήχο και ξεκινάς απλά τα πράγματα
5
Κι αν στο μικρό σου φτερό γίνει μια ρωγμή και γεμίσει καμπύλες η άμμος
κι αν στο φως εμφανιστείς σα μικρό σημάδι
Το πρώτο κομμάτι του ήλιου πάντα θ’ ακινητεί –
όσο υπάρχεις
6
Σπάω και σταλάζω σαν κλαδί
στο φως
της άνοιξης
Γερές γραμμές πυκνώνουν το χώμα
και πέφτω μ’ ανοιχτά τα μάτια
μες στις πέτρες
7
Πέφτω πλάι σου –
σ’ όλους τους τόπους που άφησες
στην αφημένη παρουσία σου –
τους τόπους που άφησες
στους τόπους που άφησες ψάχνω τις βαθιές λακκούβες σου
Ξένη Σκαρτσή
ΗΔΟΝΙΚΗ ΝΕΟΤΗΤΑ
Δεν είναι πια το σώμα ή η μορφή που αγαπήσαμε σ’ εκείνη
την ηδονική νεότητα
Και ούτε οι ονομασίες των δρόμων ή των σταθμών που ταξιδέψαμε
Με τον άγγελο να μας γνέφει πίσω απ’ το τζάμι της βροχής.
Είναι ο αγέρας που φυσά μες στις βαθιές
Στις άγριες ραγισματιές π’ άνοιξε ο χρόνος
Κι είναι η άβυσσος που βρυχιέται γύρω μας
Όρθια ξέσκεπη άβυσσος
Όπου ηχούν ακόμα οι πέτρες που έριξα
Να την πατώσω.
Το σώμα μου κρατάει ακέραιη την ηδονή εκείνη
Μεσ’ σε δωμάτια
Που προεξέχουν μια σπιθαμή από τη μνήμη
Και με παιδεύουν με των κεριών τους το ημίφως
Δωμάτια παρατημένα να τα μετρούν οι καταιγίδες
Ξέρω, ήταν λίγο πριν απ’ τη μικρή αιωνιότητά μας
Λίγο πριν σημάνει για το τραγούδι
Δεν είχα δει το μνήμα που ανάβλυζε σκοτεινό μέσα μου
Να αιχμαλωτίσει το χρόνο
Δεν είχα δει το πέρασμα του αγγέλου.
Μαρία Πόθου
την ηδονική νεότητα
Και ούτε οι ονομασίες των δρόμων ή των σταθμών που ταξιδέψαμε
Με τον άγγελο να μας γνέφει πίσω απ’ το τζάμι της βροχής.
Είναι ο αγέρας που φυσά μες στις βαθιές
Στις άγριες ραγισματιές π’ άνοιξε ο χρόνος
Κι είναι η άβυσσος που βρυχιέται γύρω μας
Όρθια ξέσκεπη άβυσσος
Όπου ηχούν ακόμα οι πέτρες που έριξα
Να την πατώσω.
Το σώμα μου κρατάει ακέραιη την ηδονή εκείνη
Μεσ’ σε δωμάτια
Που προεξέχουν μια σπιθαμή από τη μνήμη
Και με παιδεύουν με των κεριών τους το ημίφως
Δωμάτια παρατημένα να τα μετρούν οι καταιγίδες
Ξέρω, ήταν λίγο πριν απ’ τη μικρή αιωνιότητά μας
Λίγο πριν σημάνει για το τραγούδι
Δεν είχα δει το μνήμα που ανάβλυζε σκοτεινό μέσα μου
Να αιχμαλωτίσει το χρόνο
Δεν είχα δει το πέρασμα του αγγέλου.
Μαρία Πόθου
Κολάζ
Γιατί κολλήσανε τώρα σ’ αυτό το κείμενο
Ας βγάλει ο αναγνώστης κάποιο
νόημα αν τα νοήματα είναι
πολλαπλά
ή ας μη βγάλει ολωσδιόλου αν
οι ερμηνείες όπως λένε περιττεύουν
ή αν η ίδια η σημασία αυθαίρετα
μπορεί το τίποτε να εννοεί
ή οτιδήποτε
Ας μη ξεχνάμε πως αμφισημίες συχνά
προκύπτουν κι από ατυχή διατύπωση
γι αυτό καλύτερα να επικεντρωθούμε
στη διαίσθηση πως κατά βάθος
κάτι αβέβαιο τρίζει
Ωστόσο παρατείνεται κι αυτό το απόγευμα
μες στη κενή κανονικότητα του, στον
τρίτο πάντα όροφο, γραφείο
αρχισυντάκτη με κείμενα αυτιστικά
ώρα αιχμής, στους δρόμους μποτιλιάρισμα
μια μέρα επίσης τελειωμένη πλαδαρή
όταν για μένα το μοναδικό σημαίνον
είναι το αντι-κείμενο του πόθου μου
εσύ
και άλλοθι μου να σου ψιθυρίζω
λόγια σε γλώσσα δωρεάν χωρίς εφέ
άδεια φλιτζάνια του καφέ και αποτσίγαρα
Μ’ άφθαρτους φθόγγους, σύμφωνα
που φιλούν, φωνήεντα
μακρά να διαρκούν, ρέοντα ρήματα
παθητικά, επίθετα αισθαντικά
προθέσεις αφοσίωσης, συνδέσμους
τελικούς, επιφωνήματα ααχ…
Μ´ όλα του λόγου μου τα μέλη να σ´ αγγίξω
με οίστρο και πνοή να σε δονήσω, από
τις νόρμες να σε ξεκολλήσω
να ζήσουμε επιτέλους ένα πάθος σ’ ένα
κοινό πεδίο αναφοράς
σε μια νεωτερικότητα απαρχής
κι από νεκρός γραφιάς να ξαναγίνω ο κατά
κόσμο ποιητής, κι εσύ
η Μαργαρίτα, η Λάουρα, η Ελένη…
Το λυκόφως αιωρείται ξέπνοο
Όλα είναι μέσα στο χαζό παιχνίδι τελικά
κι από τις λέξεις μόνο η σκόνη πάνω
στο τραπέζι για να γράφεις με το δάχτυλο
Ασφαλώς και υπάρχουν άλλες πόλεις
δεν καταφέρνω όμως να συγκεντρωθώ
παρά μόνο σ´ αυτόν τον κύβο ζάχαρης που
λαμπυρίζει τώρα στο ηλεκτρικό φως
Μάρω Παπαδημητρίου
Το πουλί ποίημα
Έρχονται πάλι στ’ όνειρο τοπία
Του προγονικού πλανήτη
Πυκνοκατοικημένα απ’ τον πληθυσμό των αοράτων
Σύννεφα σε αντίθετη περιστροφή του θόλου,
Σε ταχύτητες φωτός κυνηγημένα,
Στρόβιλο έντρομων πουλιών σηκώνουν
Μνήμες
Από το φτερωτό μου γένος
Του ανθρώπου
Ωδικό του κατώτερου αιθέρα,
Άρπυια, ερινύα, γρύπας, φοίνικας δικέφαλος,
Αδέξιο στρουθίο,
Με ψιχίο του άπειρου στο ράμφος
Έξω και μέσα
Ορνιθοσκαλίσματα
Ξύνω
Λοξά στο κέλυφος
Χτυπώ
Χτυπώ
Να σπάσει
Το αυγό μου
Με το θνησιγενή του λόγου νεοσσό
Παυλίνα Παμπούδη
Είναι και ο εαυτός
Κάθε πρωί τη στήνει σιωπηλά
και με κοιτά απ’ τον καθρέφτη
δειλά τον πιάνω κάτω απ’ το νερό
Πυρωμένο μυρίζει το δέρμα του στον ήλιο
τον σκεπάζω, τον φροντίζω
φαντάζομαι τα χρόνια μου μαζί του
μόνο μ’ αυτόν – το πιο τρομακτικό
Τον φοβάμαι, τον παρηγορώ
μα σίγουρα εντέλει
παρ’ όλη την συν-πάθεια
τον μισώ
και πάντα το πιο δύσκολο
της γοητείας του να διαφεύγω
Θέλει μεγάλη προσοχή
μην ταυτιστώ μαζί του
Ηρώ Νικοπούλου
μην ταυτιστώ μαζί του
Ηρώ Νικοπούλου
ΠΑΓΕΤΩΝΟΛΟΓΟΣ
Εδώ πρατηρούμε τη μεγαλύτερη κρηπίδα πάγου
Ξαφνικά, κόπηκε στα δύο.
Εδώ, Θλιβερό απομεινάρι παγετώνα της Παταγονίας.
Ξαφνικά, κόπηκε στα δύο.
Εδώ, Θλιβερό απομεινάρι παγετώνα της Παταγονίας.
Έχω την υποψία ότι υπάρχω.
Πυκνότατα χΘες
Κατάφωτα προχΘες
Έντρομα μεΘαύριο
ΚαΘένας, εκπροσωπεί μία
ψευδαίσθηση τουλάχιστον.
Τώρα, μένει να αποδειχΘεί,
η λύσσα
του τραυματία τραυματιοφορέα,
αν φτάσει
πριν από τον Θάνατο.
ψευδαίσθηση τουλάχιστον.
Τώρα, μένει να αποδειχΘεί,
η λύσσα
του τραυματία τραυματιοφορέα,
αν φτάσει
πριν από τον Θάνατο.
Ματίνα Μόσχοβη
24 -11-2007
24 -11-2007
Γκρίζο
1 Ο χειμώνας υψώνεται
Μια ξεχασμένη σοβαρότητα
φέρνει μαζί του
Το κάθε γκρίζο κύμα
Το κάθε γκρίζο σύννεφο
2
Γκρίζα μέρα
Φτιαγμένη απ' όλα τ' αναπάντητα ερωτήματα
Προβάλλει απέναντι
Απ' τη θαμπή
σβυσμένη μ' ομίχλη
σβυσμένη απ' το χρόνο,
Ιωνία.
Γκρίζος βράχος πλησιάζει επικίνδυνα
Ολυμπία Καράγιωργα
Μια ξεχασμένη σοβαρότητα
φέρνει μαζί του
Το κάθε γκρίζο κύμα
Το κάθε γκρίζο σύννεφο
2
Γκρίζα μέρα
Φτιαγμένη απ' όλα τ' αναπάντητα ερωτήματα
Προβάλλει απέναντι
Απ' τη θαμπή
σβυσμένη μ' ομίχλη
σβυσμένη απ' το χρόνο,
Ιωνία.
Γκρίζος βράχος πλησιάζει επικίνδυνα
Ολυμπία Καράγιωργα
Τα Πουλιά Αγαπούν τα Ερείπια
Τα πουλιά αγαπούν τα ερείπια
Βρίσκουν χώρο για τη φωλιά τους
Βρίσκουν χώρο για τα φτερά τους
Όταν
απλώνονται
κι’ ορμούν
να διώξουν τους εφιάλτες
Απ’ τ’ όνειρα των τρυφερών ανθρώπων.
Ολυμπία Καράγιωργα
ΤΟ ΒΑΖΟ
κι ακόμα δεν κατάλαβα
πώς έτρεμαν τα χέρια
σαν να κρατούσαν βάζο
Ι.
Να μιλήσω για σένα
τα όχι σου
που έκοψα και μοίρασα
-εις υγείαν των φύλων!-
τους φόβους σου
που νόμισα δικούς μου
κι έμενα
να μιλήσω γι αυτά που δεν είπα
-ήταν βαριά-
απόψε πόσο ανάλαφρα μοιάζουν
μακρινά- βήματα ξυλοπόδαρου
που χάθηκαν στην πλατεία
για την επιλογή που έγινε ανάγκη
κι έπειτα πάλι επιλογή
και διπλώθηκε
κι αναδιπλώθηκε
κι έγινε μικρή, να κρυφτεί
να χωρέσει στα βλέμματα
-ήταν, βλέπεις, άμαθα τα χέρια
να την πιάσουν, δε γινόταν
κι αφέθηκαν σ' αγγίγματα εύκολα-
να μιλήσω για τον τρόμο
πως ό,τι μεγάλο ξοδεύτηκε
σε μαθήματα φυγής
το πείσμα, την άρνηση της υποταγής
μπροστά στον καθρέφτη που θαμπώνει
την ανάσα που απαιτεί- να μιλήσω για μένα
που δίνω, μ'αρνούμαι να πάρω
να δοθώ- τόσο εύκολα φεύγουνε, λοιπόν;!
θα μιλήσω για μας
που αλλού κυνηγάμε
κι απ'αλλού επιστρέφουμε
θύματα
ΙΙ.
σε σένα μιλώ
που εκτός τόπου και χρόνου
φεύγεις, πατρική συμβουλή
την ώρα της ανάγκης
εγώ που ιδέα δεν είχα
από πλάγιους λόγους
θεατρικούς μονολόγους
παντογνώστες αναγνώστες
της λειψής μου αφήγησης
in medias res είδα τη σκηνή ν'αδειάζει
κι έμεινα
στα καμαρίνια αλλάζουμε, νόμιζα
θεατές ηθοποιοί
είμαστε σκηνοθέτες
σε σένα μιλώ
το γέλιο σου
μπήγονταν απρόσμενα
στο δέρμα της συνήθειας
νύχι βαμμένο κόκκινο
πότε αδιάφορο λευκό
σε σένα μιλώ -κάνε πως θυμάσαι
ίσως το κάνω κι εγώ-
σε σένα που δε θα'θελα
κανένας να πληγώσει- μόνο εγώ
που μ' όλα τα γιατί
ξέμαθα το πότε
που δεν ανέχομαι
το πουκάμισό σου να περνά
αν δεν είσαι μέσα- σε σένα μιλώ
μιλώ για τις στιγμές
που έφευγαν πριν έρθω
το λαχάνιασμα, τη φλέβα στο λαιμό
τα γόνατα που λύνονταν
το ρολόι που έτρεχε
τη μπαταρία που κρατώ στα χέρια
τη ζωή μου- για σένα μιλώ
τ' αυτοκίνητο
που ασήμιζε στον ήλιο
τους λεκέδες στα μάτια
όταν έφτανες
ΙΙΙ.
κι υπάρχουν στιγμές
που φυτρώνουν στα χέρια μου
τρίχες των δικών σου χεριών
χρυσαφένιες όπως τα μάτια σου
τον πρώτο Ιούλιο που γύριζε το βλέμμα
γεμάτο εσύ
κι έσταζε
κι από τότε σκορπίζει
σε δρόμους που ακόμα δεν έφτασες
ήλιο να βρει, να στερέψει
Φινάλε κι Ιντερμέδιο
(ανάμεσα στο βάζο και τα θραύσματα)
κάθισε λίγο!, είπε, δεν είναι όλα
κόκκινα- η θάλασσα
το πάτωμα στα πόδια
κι έπειτα, το φτυάρι- ψάξε
στο συρτάρι
καφέ ν' αφήσεις τις στιγμές
όλα ανοίγουν και κλείνουν
σα δωμάτιο, βλέπεις;
ψάξε την πρώτη φορά
η γυναίκα
πήρε απ'την πόρτα το φλυτζάνι της
κι έφυγε
Κάλφα Βάγια
πώς έτρεμαν τα χέρια
σαν να κρατούσαν βάζο
Ι.
Να μιλήσω για σένα
τα όχι σου
που έκοψα και μοίρασα
-εις υγείαν των φύλων!-
τους φόβους σου
που νόμισα δικούς μου
κι έμενα
να μιλήσω γι αυτά που δεν είπα
-ήταν βαριά-
απόψε πόσο ανάλαφρα μοιάζουν
μακρινά- βήματα ξυλοπόδαρου
που χάθηκαν στην πλατεία
για την επιλογή που έγινε ανάγκη
κι έπειτα πάλι επιλογή
και διπλώθηκε
κι αναδιπλώθηκε
κι έγινε μικρή, να κρυφτεί
να χωρέσει στα βλέμματα
-ήταν, βλέπεις, άμαθα τα χέρια
να την πιάσουν, δε γινόταν
κι αφέθηκαν σ' αγγίγματα εύκολα-
να μιλήσω για τον τρόμο
πως ό,τι μεγάλο ξοδεύτηκε
σε μαθήματα φυγής
το πείσμα, την άρνηση της υποταγής
μπροστά στον καθρέφτη που θαμπώνει
την ανάσα που απαιτεί- να μιλήσω για μένα
που δίνω, μ'αρνούμαι να πάρω
να δοθώ- τόσο εύκολα φεύγουνε, λοιπόν;!
θα μιλήσω για μας
που αλλού κυνηγάμε
κι απ'αλλού επιστρέφουμε
θύματα
ΙΙ.
σε σένα μιλώ
που εκτός τόπου και χρόνου
φεύγεις, πατρική συμβουλή
την ώρα της ανάγκης
εγώ που ιδέα δεν είχα
από πλάγιους λόγους
θεατρικούς μονολόγους
παντογνώστες αναγνώστες
της λειψής μου αφήγησης
in medias res είδα τη σκηνή ν'αδειάζει
κι έμεινα
στα καμαρίνια αλλάζουμε, νόμιζα
θεατές ηθοποιοί
είμαστε σκηνοθέτες
σε σένα μιλώ
το γέλιο σου
μπήγονταν απρόσμενα
στο δέρμα της συνήθειας
νύχι βαμμένο κόκκινο
πότε αδιάφορο λευκό
σε σένα μιλώ -κάνε πως θυμάσαι
ίσως το κάνω κι εγώ-
σε σένα που δε θα'θελα
κανένας να πληγώσει- μόνο εγώ
που μ' όλα τα γιατί
ξέμαθα το πότε
που δεν ανέχομαι
το πουκάμισό σου να περνά
αν δεν είσαι μέσα- σε σένα μιλώ
μιλώ για τις στιγμές
που έφευγαν πριν έρθω
το λαχάνιασμα, τη φλέβα στο λαιμό
τα γόνατα που λύνονταν
το ρολόι που έτρεχε
τη μπαταρία που κρατώ στα χέρια
τη ζωή μου- για σένα μιλώ
τ' αυτοκίνητο
που ασήμιζε στον ήλιο
τους λεκέδες στα μάτια
όταν έφτανες
ΙΙΙ.
κι υπάρχουν στιγμές
που φυτρώνουν στα χέρια μου
τρίχες των δικών σου χεριών
χρυσαφένιες όπως τα μάτια σου
τον πρώτο Ιούλιο που γύριζε το βλέμμα
γεμάτο εσύ
κι έσταζε
κι από τότε σκορπίζει
σε δρόμους που ακόμα δεν έφτασες
ήλιο να βρει, να στερέψει
Φινάλε κι Ιντερμέδιο
(ανάμεσα στο βάζο και τα θραύσματα)
κάθισε λίγο!, είπε, δεν είναι όλα
κόκκινα- η θάλασσα
το πάτωμα στα πόδια
κι έπειτα, το φτυάρι- ψάξε
στο συρτάρι
καφέ ν' αφήσεις τις στιγμές
όλα ανοίγουν και κλείνουν
σα δωμάτιο, βλέπεις;
ψάξε την πρώτη φορά
η γυναίκα
πήρε απ'την πόρτα το φλυτζάνι της
κι έφυγε
Κάλφα Βάγια
Ντυμένος στα καλά του μαύρα
Ο πνιγμένος δεν βιάζεται-φτάνει αργά αργά στην παραλία.
Σταματάνε οι αγωνιώδεις έρευνες
η ευτυχία της πρόσκαιρης παρουσίας του νεκρού
αφήνει στην άκρη τις πίκρες της ζωής του, τώρα
παίζει μονότερμα στο δικό του γήπεδο.
Όσοι σπεύδουν στα χρωστούμενα παρακινούνται
-κι αυτό κρυφά κι ανομολόγητα-από συνήθεια
γιατί στα φανερά συντρέχουν τους εξ αίματος
εκφράζοντας, με λόγια μόνο, τη θερμή τους κατανόηση.
Την τέχνη που του στάθηκε ασπάζεται ο πνιγμένος
Ταξιδεύει αμέτοχος, μακράν πια, πλήρως ανεπαρκής,
ντυμένος τα καλά του μαύρα τα θολερά παντρεύεται
τις θύελλες και τ' άστρα-κι απλώνοντας φτερά
ανεμίζει
σημαίες που ξεδίπλωνε αθόρυβα στα μάτια του.
Φεύγει
με λεία κρυφή της θείας ειμαρμένης του το φως
κι όσοι μπορούν ακούνε τις βαθειές του αναπνοές
ακούνε σιωπηλοί το ακατάληπτο, το τρυφερό τραγούδι.
Θανάσης Βενέτης
Αύγουστος 2005
Σταματάνε οι αγωνιώδεις έρευνες
η ευτυχία της πρόσκαιρης παρουσίας του νεκρού
αφήνει στην άκρη τις πίκρες της ζωής του, τώρα
παίζει μονότερμα στο δικό του γήπεδο.
Όσοι σπεύδουν στα χρωστούμενα παρακινούνται
-κι αυτό κρυφά κι ανομολόγητα-από συνήθεια
γιατί στα φανερά συντρέχουν τους εξ αίματος
εκφράζοντας, με λόγια μόνο, τη θερμή τους κατανόηση.
Την τέχνη που του στάθηκε ασπάζεται ο πνιγμένος
Ταξιδεύει αμέτοχος, μακράν πια, πλήρως ανεπαρκής,
ντυμένος τα καλά του μαύρα τα θολερά παντρεύεται
τις θύελλες και τ' άστρα-κι απλώνοντας φτερά
ανεμίζει
σημαίες που ξεδίπλωνε αθόρυβα στα μάτια του.
Φεύγει
με λεία κρυφή της θείας ειμαρμένης του το φως
κι όσοι μπορούν ακούνε τις βαθειές του αναπνοές
ακούνε σιωπηλοί το ακατάληπτο, το τρυφερό τραγούδι.
Θανάσης Βενέτης
Αύγουστος 2005
ΠΑΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ
Το φεγγάρι, το φεγγάρι
τόσο προσκολλημένο ήταν στο στήθος μου
στην κοιλιά, γι’αυτό δεν το κοιτάζω πια
το αποφεύγω, όπως και τον καθρέφτη.
Το φεγγάρι βγάζει τώρα
ένα χλωμό, υποτονικό φως
που μονότονα λούζει και θυμίζει
άλλες στιγμές όταν νύχτα με τη νύχτα
μεγάλωνε το δρεπάνι
μαζί με τον πόθο
μαζί με την ιδέα της πληρότητας.
Πανσέληνος, το σύμπαν εκσπερμάτωνε
και συ στα βότσαλα υγρή
θαρρούσες πως είχες συλλάβει
το νόημα της δημιουργίας.
Κι ονειρευόσουν μια εποχή μεταφυσική
όπου κανένας ήλιος κοφτερός
δε θα διέκοπτε το ποίημα
αφού του φεγγαριού το φως
φως ασημένιο
πιο ερωτικά σε άγγιζε
απ’το χρυσό της μέρας.
Νόμιζες, ανόητο θηλυκό,
πως στο φεγγάρι θα λικνιζόσουνα
για πάντα…Αλλά,
Πάει κι αυτό, πάει και το φεγγάρι
Αθήνα, 10/3/08
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
τόσο προσκολλημένο ήταν στο στήθος μου
στην κοιλιά, γι’αυτό δεν το κοιτάζω πια
το αποφεύγω, όπως και τον καθρέφτη.
Το φεγγάρι βγάζει τώρα
ένα χλωμό, υποτονικό φως
που μονότονα λούζει και θυμίζει
άλλες στιγμές όταν νύχτα με τη νύχτα
μεγάλωνε το δρεπάνι
μαζί με τον πόθο
μαζί με την ιδέα της πληρότητας.
Πανσέληνος, το σύμπαν εκσπερμάτωνε
και συ στα βότσαλα υγρή
θαρρούσες πως είχες συλλάβει
το νόημα της δημιουργίας.
Κι ονειρευόσουν μια εποχή μεταφυσική
όπου κανένας ήλιος κοφτερός
δε θα διέκοπτε το ποίημα
αφού του φεγγαριού το φως
φως ασημένιο
πιο ερωτικά σε άγγιζε
απ’το χρυσό της μέρας.
Νόμιζες, ανόητο θηλυκό,
πως στο φεγγάρι θα λικνιζόσουνα
για πάντα…Αλλά,
Πάει κι αυτό, πάει και το φεγγάρι
Αθήνα, 10/3/08
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
WORK IN PROGRESS ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ (ΥΠΑΡΞΙΑΚΕΣ;) ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Και η φαντασία προσχεδιάζει
το σχήμα άγνωστων πραγμάτων.
W. Shakespeare
Απ’ έξω στίχους δεν ξέρω
δεν θυμάμαι
ήχους δεν προσέχω
ή δεν φτάνουν ως εμένα∙
μόνο με απόηχους κοιμάμαι
μόνο με απόηχους
το παρελθόν μου φαντάζομαι
κι αναπλάθω.
----
Όταν λες: «τι κρίμα που δεν πιστεύω στο Θεό» είναι σα να λες: «τι κρίμα που δεν γεννήθηκα ωραία!»
----
Γνώρισα τη γνησιότητα της θλίψης και ξέχασα την πλασματική χαρά.
----
Η πτώση του γέλιου: έπεσε το γέλιο κι έγινε χαμόγελο.
Η εξαφάνιση του είναι: χάθηκε το είναι και βρέθηκε κλεισμένο στη φυλακή της υγείας.
----
Ποτέ μου δεν είχα δύο εραστές μαζί. Τώρα ναι. Τον έρωτα που κατοικεί στην κρεβατοκάμαρα της μνήμης και τον θάνατο που περιμένει στην αίθουσα αναμονής.
----
Φθείρομαι, φθείρομαι, όχι οργανικά, όχι διανοητικά, μόνο υπαρξιακά. Δεν μπορώ πια να φανταστώ την ύπαρξή μου, γι’ αυτό θέλω, λαχταρώ να φανταστώ την ύπαρξη των άλλων κι όλο κοιτάω, κρυφοκοιτάω τα σώματα τα ζωντανά, φαντάζομαι την αλήθεια κάτω απ’ τα ρούχα.
----
Ο φόβος και η γυναίκα του η ηλικιωμένη μοναξιά είναι καρπεροί: γέννησαν μια γλυκιά νοσταλγία για τη μοναξιά της νιότης.
----
Όσο λιγότερες επιλογές έχεις, τόσο πιο επιλεκτικός γίνεσαι.
----
Εφεύρε η πανέξυπνη ψυχή –ή φύση; – το δάκρυ για να δροσίζεται ο πόνος και να καρποφορεί ο νους στην υγρασία, να απορεί όντας όλο και πιο κοντά στην ουσία: Γιατί όλο αυτό όσο προχωράει να πλησιάζει, όλο να πλησιάζει το τίποτα;
Αθήνα, 19/1/09
Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ
το σχήμα άγνωστων πραγμάτων.
W. Shakespeare
Απ’ έξω στίχους δεν ξέρω
δεν θυμάμαι
ήχους δεν προσέχω
ή δεν φτάνουν ως εμένα∙
μόνο με απόηχους κοιμάμαι
μόνο με απόηχους
το παρελθόν μου φαντάζομαι
κι αναπλάθω.
----
Όταν λες: «τι κρίμα που δεν πιστεύω στο Θεό» είναι σα να λες: «τι κρίμα που δεν γεννήθηκα ωραία!»
----
Γνώρισα τη γνησιότητα της θλίψης και ξέχασα την πλασματική χαρά.
----
Η πτώση του γέλιου: έπεσε το γέλιο κι έγινε χαμόγελο.
Η εξαφάνιση του είναι: χάθηκε το είναι και βρέθηκε κλεισμένο στη φυλακή της υγείας.
----
Ποτέ μου δεν είχα δύο εραστές μαζί. Τώρα ναι. Τον έρωτα που κατοικεί στην κρεβατοκάμαρα της μνήμης και τον θάνατο που περιμένει στην αίθουσα αναμονής.
----
Φθείρομαι, φθείρομαι, όχι οργανικά, όχι διανοητικά, μόνο υπαρξιακά. Δεν μπορώ πια να φανταστώ την ύπαρξή μου, γι’ αυτό θέλω, λαχταρώ να φανταστώ την ύπαρξη των άλλων κι όλο κοιτάω, κρυφοκοιτάω τα σώματα τα ζωντανά, φαντάζομαι την αλήθεια κάτω απ’ τα ρούχα.
----
Ο φόβος και η γυναίκα του η ηλικιωμένη μοναξιά είναι καρπεροί: γέννησαν μια γλυκιά νοσταλγία για τη μοναξιά της νιότης.
----
Όσο λιγότερες επιλογές έχεις, τόσο πιο επιλεκτικός γίνεσαι.
----
Εφεύρε η πανέξυπνη ψυχή –ή φύση; – το δάκρυ για να δροσίζεται ο πόνος και να καρποφορεί ο νους στην υγρασία, να απορεί όντας όλο και πιο κοντά στην ουσία: Γιατί όλο αυτό όσο προχωράει να πλησιάζει, όλο να πλησιάζει το τίποτα;
Αθήνα, 19/1/09
Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ
Η θέα απ' το ξενοδοχείο
Είναι καλύτερα να τα βλέπεις στις ταινίες,
όταν νυχτώνει
να σκεπάζεις την άκρη της πόλης
με φαντασία,
για τα σκουπίδια
και τους αγνώστους που περνάνε.
Είναι καλύτερα να τα βλέπεις στις ταινίες
πώς έμειναν μόνοι τελικά
οι ευφυείς,
ανυπεράσπιστοι για πάντα
εγκλωβισμένοι στο όνειρό τους.
ΜΑΡΙΓΩ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ
όταν νυχτώνει
να σκεπάζεις την άκρη της πόλης
με φαντασία,
για τα σκουπίδια
και τους αγνώστους που περνάνε.
Είναι καλύτερα να τα βλέπεις στις ταινίες
πώς έμειναν μόνοι τελικά
οι ευφυείς,
ανυπεράσπιστοι για πάντα
εγκλωβισμένοι στο όνειρό τους.
ΜΑΡΙΓΩ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ
Subscribe to:
Posts (Atom)
