Saturday, 17 October 2009

ΧΡΟΝΙΑ ΣΟΥ ΦΕΥΓΩ

Φεύγω
χρόνια σου φεύγω.
Ούτε για περαστική
δεν έπρεπε να με λογαριάζεις.
Κι αύριο που θα σου ανοίγω την πόρτα
για να σε υποδεχθώ
θα λείπω.
Μη θαρρείς πως θα με κρατήσουν
οι πίκρες που μου χάρισες
και που με πέτρωσαν
Νιόβη αιολοδάκρυτη
στην κλίνη σου.
Είναι κάτι θύρες μυστικές.
Δεν τις έφραξες όλες.
Όλη σου τη ζωή να σφραγίζεις
μη ξεθαρεύεσαι
θα φύγω.

Είναι ένας θάνατος
που δεν τον έχω ακόμη γευτεί.
,
Αλήθεια ούτε για περαστική
δεν έπρεπε να με λογαριάζεις.

ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙΣ...

Κινδυνεύεις, δε βλέπεις;
Όταν μ΄αγκαλιάζεις
δεν καταλαβαίνεις
πως πρέπει μ΄άλλα μάτια να με προσέξεις;
Δεν καταλαβαίνεις
πως ανάμεσά μας οι σχέσεις
είναι αντίστροφες;
Πως εγώ είμαι η αιχμηρή
που σε διαπερνώ
που κατοικώ το μυστικό σου χώρο
που ψηλαφώ κι ανιχνεύω
που γνωρίζω αλάθητα.
Δεν ένοιωσες
πως κλείνοντας τα μάτια σου
μ΄έκλεινες μέσα;
Πως δραπετεύοντας
έπαιρνες με τις τύψεις σου
και μένα;
Δεν καταλαβαίνεις πως όταν σφραγίζεσαι
μέσα σου και μένα σφραγίζεις
έτσι που ανενόχλητη
στο σκοτάδι σου σ΄ερευνώ;
Μα δε βλέπεις πως είμαι ένα άγριο
κοφτερό σα δρεπάνι
αχόρταγο
ερωτηματικό;

Sunday, 11 October 2009

ΕΚΕΙΝΟ

Εκείνο που ζήτησα από τη ζωή
μου το 'δωσε
ίσως και δίχως να το θέλει,
εκείνο που της ζήτησα
το πήρα σαν ψωμί μέσα απ' τα δόντια της,
γι' αυτό σαν βλέπω λίγο εσύ να μου μακραίνεις,
λίγο πως πας να κουραστείς,
πως μένεις πίσω από τα βήματά μου,
είμαι έτοιμος να βγάλω μια φωνή:
βοήθεια!

ΜΙΚΡΗ ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

Αυτός ο άνεμος θα μας προδώσει.
Μιλώντας παντού,
πως χτες ήταν που κράτησες στα χέρια σου
το χτυποκάρδι ενός φθινοπώρου,
κ' είδες το λιποψύχισμα μιας πολιτείας στη βροχή.

Αυτός ο άνεμος θα μας προδώσει.
Σφυρίζοντας παντού,
τι δρόμους μέσα στη νύχτα περπατήσαμε,
σε ποια παράθυρα μας έφεγγαν τα όνειρα των ανθρώπων,
ποιοι κήποι άνθισαν απ' την ανάσα μας.

Αυτός ο άνεμος θα μας προδώσει.
Ολομόναχος ακολουθούσε,
συναθροίζοντας από κάθε βήμα μας τον έρωτα,
την κάθε στιγμή,
που γίνεται κύμα γαλάζιο και μας χτυπά με πάθος.

Αυτός ο άνεμος θα μας προδώσει.
Το ρίγος πήρε απ' το κορμί μας,
κι όλο το σθένος, που κλείνει μέσα μας η επιθυμία,
το ύψος απ' τ' άστρο, το λυγμό της θάλασσας, την αλλόκοτη πικρία,
που φέρνει το δάκρυ μιας βροχής, όταν κυλά στο πρόσωπο.

Αυτός ο άνεμος θα μας προδώσει.
Δεν υπάρχει άλλη ώρα να μας καλύψει,
τώρα είναι που ζει μέσα μας ολοζώντανο το γεγονός,
η αίστηση του νέου χυμού στο αίμα, η χαρά της συγκατάθεσης,
το ταξίδι στη σιωπή του χρέους και το τέλος.


S/S TERRIFIED RETURN

Δεν ξέρω αν φταίνε τα μάτια μου ή αν έχουν μεταβληθεί τα λιμάνια,
αν κάθε τι καινούριο κρύβει κι ένα χωρισμό,
ή μόνο τα μάτια γερνούν, όλο και πιο πολύ ησυχάζουν,
ο χρόνος καταπιεστικά μας περιφράσσει στα χαρακώματα.
Κι όλο ζητάω να βρω καινούριες προβλήτες, καινούρια περίπτερα,
τόπους καινούριους, άλλους ορίζοντες, ξένα φανάρια,
γιατί φοβάμαι, τρομάζω την κάθε επιστροφή,
δεν αντέχω την επαιτεία σε χώρους που τόσο αγάπησα.

ΤΑΞΙΔΙ

Κοίταξε πάνω στο κατάστρωμα
τους αδελφούς μας που γέρασαν
σε μια νύχτα.
Μας είπαν πως δεν στοχάστηκαν την παρακμή.
Δεν στοχάστηκαν ένα τέλος
μέσα σε πέλαγος από βάσανα.
Γιατί μέσα στην πολιτεία
είχαν το κρεβάτι της ξεγνοιασιάς,
γιατί μέσα στο φως το πρωινό
έσπερναν τη φθορά και την αγωνία.
'Oσοι δεν έχουν κρεβάτι να κοιμηθούν
ξαγρυπνούν και στοχάζονται.
'Oσοι δεν έχουν ψωμί
έχουν όνειρα.
'Oσοι δεν έχουν φωτιά να ζεσταθούν
έχουν ελπίδες.
Όσοι δεν έχουν ελπίδες και στοχασμούς
πεθαίνουν από έκπληξη
γιατ' είναι σκληρό το κακό που σε βρίσκει
απροετοίμαστο
και δυο φορές σκληρός είναι ο θάνατος
που δεν βρίσκει αντίσταση
ο ερχομός του.

Kεριά

Του μέλλοντος η μέρες στέκοντ' εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμένα -
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ' αναμένα μου κεριά.

Δεν θέλω να γυρίσω να μη δω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.

ΣΕΛΑΣ ΤΩΝ ΑΝΤΗΧΗΣΕΩΝ

Μια γυναίκα λούζεται στην άμμο
Και πέφτουν τα φιλιά της στον αφρό
'Αστρα και μέδουσες προσμένουνε την ιπποκάμπη
Το τηλεσκόπιον εν εγρηγόρσει
Ρουφά το γλεύκος τ' ουρανού
Ο γαλαξίας μετουσιώνεται
Τρέφει τις νοσταλγίες του κ' έπειτα σβήνει
Σαν φως που πια κουράστηκε να περιμένει
Γλυκειά η αναμονή της γυναικός που ελούσθη
Μέσα στο σκότος την συνήντησε ο κουρσάρος
Η καρατόμησις του εχθρού του δεν τον εμποδίζει
Να σχίσει την χλαμύδα του να φανερώσει
Στα μάτια της καλής του
Τα μυστικά των κοιμισμένων πέρα ως πέρα
Μια νύχτα
Δυο νύχτες
Κ' έπειτα φως μέσα στο μέγα πλήθος που κραυγάζει
Κάτω από τον θόλο της ηχούς ενός αιώνος.

Η ΜΑΡΙΝΑ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ

'Εχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα πού γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους.
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της χίμαιρας
Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!
Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια

- Μα πού γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σου' λεγα να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
'Η πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ' ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.

'Εχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ' άρωμα των γυακίνθων - Μα πού γύριζες

Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα
'Ηταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ' όνομά του
'Οπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας

'Ακουσε ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
'Εχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.
Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο καλοκαίρι,
Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
'Η για να πας καβάλα στο μαίστρο.
Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.

ΜΕΤΑΡΣΙΩΣΗ


Το πνεύμα μου, σαν ουρανός, σαν ωκεανός, σαν θάλασσα,
λύνεται απόψε στο άπειρο χωρίς να βρίσκει αναπαμό.
Τις ζώνες γύρω του έσπασε και ανατινάζεται θερμό
το πνεύμα μου σαν ουρανός, σαν ωκεανός, σαν θάλασσα.
Σαν γαλαξίας απέραντος το σύμπαν σέρνω στο χορό.
'Hλιο τον ήλιο γκρέμισα, θόλο το θόλο χάλασα,
κι είμαι σαν μιαν απέραντη, πλατιά γαλάζια θάλασσα,
που οι στενοί πάνω μου ουρανοί δε μου σκεπάζουν το νερό.

PΟΕΝΑ DΑΜΝΙ (Ο πρώτος θάνατος) Ι

PΟΕΝΑ DΑΜΝΙ (Ο πρώτος θάνατος)
Ι
Το πέλαγος ατσάλινο. Η σελήνη σιωπηλή σαν πόνος στο βάθος του μυαλού. Κορμί που παρασύρεται εδώ κι εκεί πάνω στο βράχο σαν φύκι ή άψυχο πλοκάμι, καρπός υστέρας ερεχθομένης ανέμοισι, έλος έναιμο και σαρκώδες. Το αριστερό χέρι κομμάνο σύρριζα, το δεξί χέρι μέχρι την άκρη του πήχυ, σάπιο μπαστούνι παραληρώντας στα πνευμόνια του νερού. Απ' το κατεστραμμένο στόμα έμενε μόνο μια πληγή που έκλεισε σιγά-σιγά. Από τα μάτια ένα θαμπό φως. Τα μάτια δίχως βλέφαρα. Τα πόδια μέχρι τα σφυρά - δίχως ταρσό. Σπασμοί.
ΙΙ
Άλια καταδίκη δεσμά από θρύψαλα λυγμών
κάτω απ' τα ραγισμένα βλέφαρα στεγνού κρατήρα
αόρατη βορά -
τυμβωρυχίες ερώτων, λιτανείες στις ετοιμόρροπες
αισθήσεις, εξαρθρωμένες μελωδίες, λάβα
αποκεφαλισμένων ποταμών
λεπίδες των κυμάτων βαθιά στο παραπέτασμα·
ανάπτυξη κλεψύδρας, επιδημία
άκρατες οπτασίες ηρώων λυγισμένων
στις μεθυσμένες φλέβες του φωτός
η καταιγίδα που χειμάζει στα έλκη
ο φυλλοβόλος νόστος
ενός τεμαχισμένου σώματος την άνοιξη

ΙΙΙ
Νεκρά σαγόνια σφίγγοντας χειμάρρους
σπασμένα δόντια που ξέθαψε τις ρίζες τους
ο κραδασμός του θύματος πριν προσκυνήσει την αρπαγή
τριγύρω τα ίχνη της μανίας και η ερήμωση
ανάμεσα στα γέρικα κλαδιά της εκατόμβης
απλώνονται σα δίχτυ προς τον αναιμικό ουρανό
που σαν τρεμάμενο φιλί γκρεμίζεται απ' τα χείλη σου·
στρατιές νεκρών που ψιθυρίζουν ασταμάτητα
σ' ένα απέραντο νεκροταφείο, μέσα σου
και δε μπορείς πια να μιλήσεις, πνίγεσαι
κι ο γνώριμος ο πόνος ψαύει
διεξόδους στο απαρόδευτο κορμί
τώρα πια δε μπορείς να περπατήσεις -
σέρνεσαι, εκεί που το σκοτάδι είναι πυκνότερο
πιο τρυφερό, κουφάρι
ξεκοιλιασμένου ζώου
ένα μικρό σωρό κοιταίων κοκκάλων αγκαλιάζεις
κι αποκοιμιέσαι.

Ζωές

Κ' έτσι πάνε και σβήνουνε όπως πάνε.

Λέω τις ζωές που δόθηκαν στο φως
αγάπης γαληνής, κ' ενώ κυλούν
σαν ποταμάκια, εντός τους το σφαλούν
αιώνια κι αξεχώριστα, καθώς
μες στα ποτάμια φέγγει ο ουρανός,
καθώς στους ουρανούς ήλιοι κυλούν.
Λέω τις ζωές που δόθηκαν στο φως…

Λέω τις ζωούλες που 'ναι κρεμαστές
απ' τα ρουμπίνια χείλη γυναικός
ως κρέμονται στα εικονοστάσια εμπρός
τα τάματα, οι καρδιές ασημωτές,
κ' είναι όμοια ταπεινές, όμοια πιστές
στ' αγαπημένα χείλη γυναικός.
Λέω τις ζωούλες που 'ναι κρεμαστές…

Που δεν τις υποψιάζεται κανείς,
έτσι όπως ακλουθάνε σιωπηλές
και σκότεινες και ξένες και θλιβές
το βήμα, την ιδέα μιάς λυγερής
(κι αυτή δεν υποψιάστη), που στη γης
θα γείρουνε, θα σβήσουν σιωπηλές.
Που δεν τις υποψιάζεται κανείς…

Που διάβηκαν αμφίβολα, θαμπά
σαν άστρα κάποιας ώρας αυγινής,
από τη σκέψη μιάς περαστικής
που, για να τρέχει τόσο χαρωπά,
δεν είδε τις ζωές που σβηούν σιγά
σαν την ψυχή καντήλας αυγινής.
Που διάβηκαν αμφίβολα, θαμπά…

Tuesday, 6 October 2009

Λευκή επιταγή

Τι μου λες

τώρα για το χθες,
αφού το άτολμο
“υπέρ πάντων”
και το νευρικό
“κατά πάντων”
υπέγραψε προδοσίες
στη λευκή επιταγή
του μέλλοντός μας.

Κορμιά στερνής απάτης

Τρελή γιορτή

στις απαντοχές
μιας ανείπωτης θλίψης,
έστησε η αρμύρα
του κύματος
κι έκαψε τις οδύνες,
σχεδιάζοντας
με λιτές γραμμές
κορμιά στερνής απάτης.

Φύλλα φωνήεντα

Φωτίζουν

φυλάγοντας φωτιές,
φρουρούν
φωνές φευγάτες,
φοράνε
φύλλα φωνήεντα,
φτηνά φιλιά
φοβούνται,
φονεύουν
φήμες φαντάσματα,
τα ποιήματα φταίνε!