[Από την ενότητα Ποιήματα της τελευταίας άνοιξης (1969-1971)] Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Πένθιμο τραγούδι της Επανομής Θυμήσου το στίχο της «Αν το παιδί μου γεννηθεί νεκρό θα 'ναι δικό σου» Αυτό που με θλίβει δεν είναι τα μάτια σου σταλαματιές από φως παιχνιδίζουν στο τζάμι μήτε πάλι τα χείλη σου βάφουν με υδρόχρωμα τους αρμούς και περνούν σ' άλλα χείλη τα πολλά σου μαλλιά και οι ώμοι σου υποφέρουν κι αυτά τη δική τους μακρόχρονη θλίψη Αυτό που με τελειώνει στην άκρη μιας ήσυχης θάλασσας κάτω απ' τις κίτρινες λεύκες είναι η σκέψη σου πως οι άνθρωποι θα γεννιούνται πάντοτε φρέσκοι αυτό που με απελπίζει ολότελα είναι τα ποιήματα γραμμένα από σένα υπακούνε στο μετάλλινο χτύπο τους μέσα στην άσκοπη μηχανογράφηση της μνήμης δε μου ανήκουνε, ούτε ανήκουν σε τούτη τη γη Σ' αυτή τη θάλασσα έχω ξανάρθει παιδί. Γυρίζω έρημος ένα ποίημα προσμένω νεκρό θα 'ναι δικό σου Από τη συλλογή Νοσοκομείο εκστρατείας (1972) |
Showing posts with label Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου. Show all posts
Showing posts with label Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου. Show all posts
Saturday, 3 December 2011
Πένθιμο τραγούδι της Επανομής
Wednesday, 20 July 2011
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Πένθιμο τραγούδι της Επανομής
[Από την ενότητα Ποιήματα της τελευταίας άνοιξης (1969-1971)]
θα 'ναι δικό σου»
Αυτό που με θλίβει δεν είναι τα μάτια σου
σταλαματιές από φως παιχνιδίζουν στο τζάμι
μήτε πάλι τα χείλη σου
βάφουν με υδρόχρωμα τους αρμούς και περνούν σ' άλλα χείλη
τα πολλά σου μαλλιά και οι ώμοι σου
υποφέρουν κι αυτά τη δική τους μακρόχρονη θλίψη
Αυτό που με τελειώνει στην άκρη μιας ήσυχης θάλασσας
κάτω απ' τις κίτρινες λεύκες είναι η σκέψη σου
πως οι άνθρωποι θα γεννιούνται πάντοτε φρέσκοι
αυτό που με απελπίζει ολότελα είναι τα ποιήματα
γραμμένα από σένα υπακούνε στο μετάλλινο χτύπο τους
μέσα στην άσκοπη μηχανογράφηση της μνήμης
δε μου ανήκουνε, ούτε ανήκουν σε τούτη τη γη
Σ' αυτή τη θάλασσα έχω ξανάρθει παιδί. Γυρίζω έρημος
ένα ποίημα προσμένω νεκρό
θα 'ναι δικό σου
Από τη συλλογή Νοσοκομείο εκστρατείας (1972)
Tuesday, 17 May 2011
Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Δύο Ποιήματα
Στη βροχερή αποικία
Το φιλί σου δοσμένο την άνοιξη με καίει ακόμα
μισολιωμένο στα μάγουλα, στα λιγοστά μου πεσμένα μαλλιά
ήταν λαθρόβιο ή εξατμίστηκε εκείνη την ώρα
μέσα στα δάχτυλα ένα τίποτε ένας σπασμός
Το φιλί σου δοσμένο στην άσφαλτο με σέρνει μέσα
σε κλινικές όπου έζησα έγκλειστος, καθώς ξανά
θα γυρίσω εκεί κάποτε όταν έρθει η αρρώστια
Γιατί να δόθηκε, στη βροχερή αποικία που σε γνώρισα
ξέρω, δε θα βρεθεί ποτέ γιατρειά.
Σταθμός Λιτοχώρου
Παράξενα φέγγει στη μνήμη μου η αρχή. Είναι το
φέγγρισμα
πίσω απ’ το βράδυ, όταν το φως υποχωρεί απ’ τις γωνιές
όπως τα δίχτυα που απλώνουν στα τηλέφωνα κι ακούς
ένα ασυνάρτητο κενό μέσα στις ανοιχτές γραμμές
μια έκσταση από άταχτες φωνές μες απ’ τα σύρματα
το βράδυ στο σταθμό που συντροφεύει η θάλασσα
δυο τρία βράχια κι ο κόρφος ανοιχτός δίχως ορίζοντα
κι ο ήλιος σα λυπημένη Κυριακή κοντά στα Κάστρα
Δε θα ξεχάσω αυτό το φέγγος στο σταθμό
το πάθος που ξεπερνά την ευφροσύνη του κορμιού και από
σάρκα γίνεται πνευματική αγωνία
η αγωνία που φέρνουν οι σβησμένες φωνές στο κατώφλι της
νύχτας
η αγωνία που φέρνει η μοναξιά δίπλα στον άλλο, η μοναξιά
μέσα στον άλλο, η μοναξιά μέσα στο πάθος του άλλου
Όλα τελειώνουν στο τελευταίο σύνορο
χαμηλώνουν τα φώτα στο θάλαμο και σβήνουν
οι σιγανές πατημασιές. Προσευχηθείτε
για τις σκοπιές που αγρυπνούν.
Friday, 17 September 2010
Το πρόσωπό σου
Το αληθινό σου πρόσωπο, φεγγάρι που επιστρέφει
δε θέλει πια να εξαπατά, δε βρίσκει αντιστάσεις
μες στα γρανάζια της ζωής που ξεκολλούν και σβήνουν
τις λάμπες, όταν μέσα μου βραδιάζει
Το πρόσωπό σου στο κενό της νύχτας ανεβαίνει
είναι ακατάληπτο, μαρτυρικό, καθώς πληγώνει
είδωλο μιας απερίγραπτης στιγμής
η φοβερή ανάμνηση που δε θα ξημερώσει
Το πρόσωπό σου ξεσκεπάστηκε και είναι
γυμνό σαν ανατέλλει μες στη μνήμη
σα θάλασσα που κάποτε θα γίνει καλοκαίρι
Το πρόσωπό σου δε θα γίνει καλοκαίρι
μες στους ανθρώπους δε θα ξημερώσει
δε θέλει πια να εξαπατά, δε βρίσκει αντιστάσεις
μες στα γρανάζια της ζωής που ξεκολλούν και σβήνουν
τις λάμπες, όταν μέσα μου βραδιάζει
Το πρόσωπό σου στο κενό της νύχτας ανεβαίνει
είναι ακατάληπτο, μαρτυρικό, καθώς πληγώνει
είδωλο μιας απερίγραπτης στιγμής
η φοβερή ανάμνηση που δε θα ξημερώσει
Το πρόσωπό σου ξεσκεπάστηκε και είναι
γυμνό σαν ανατέλλει μες στη μνήμη
σα θάλασσα που κάποτε θα γίνει καλοκαίρι
Το πρόσωπό σου δε θα γίνει καλοκαίρι
μες στους ανθρώπους δε θα ξημερώσει
Tuesday, 6 April 2010
Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου
Ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου γεννήθηκε το 1931 στη Θεσσαλονίκη, από γονείς μικρασιάτες. Το πραγματικό του όνομα ήταν Νικόλαος Αρσλάνογλου. Ήταν απόφοιτος του Πειραματικού Σχολείου του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Γαλλικού Λυκείου Θεσσαλονίκης (1949). Το 1964-1965 φοίτησε στο Πανεπιστήμιο του Καΐρου ως υπότροφος της αιγυπτιακής κυβέρνησης και το 1966-1967 παρακολούθησε μαθήματα γαλλικής λογοτεχνίας και γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο του Aix en Provence. Πήρε το δίπλωμα Ανώτερων Γαλλικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Παρισιού (1966) και το πτυχίο Γαλλικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1971).
Στην ποίηση του Ασλάνογλου η καθημερινότητα αποτυπώνεται μέσα από χαμηλωμένα φώτα, φωνές που σβήνουν, μια ομίχλη φωτεινή, βροχή και δάκρυα, μουσική και ψιθυρίσματα αλλά και μεγάφωνα ανοιχτά, αυτοκίνητα, φώτα ηλεκτρικά, σφαιριστήρια, γήπεδα, παραθαλάσσια καφενεία, θέρετρα, παγωμένα γιαπιά, λάσπες, νεόχτιστα, θρύψαλα, χειρουργεία, λειτουργίες ερωτικές και τέφρα, ασφάλτους που πύρωσε η ημέρα και ένα επίμονο ψιχάλισμα, εργατουπόλεις και σκοτεινά τοπία, μηχανές και εργοστάσια, φώτα του γκαζιού και σκονισμένες θάλασσες, πράσινες ακρογιαλιές και ερειπωμένους σταθμούς, κτίρια γυμνά και ελπιδοφόρα σήματα, γνώριμα κλειστά τοπία και ένα ζεστό συννεφιασμένο πρωινό...
Αποχαιρετισμός
Συναντηθήκαμε αργά το απόγευμα κάπου προς τον παλιό σταθμό.
Φυσούσε από το πρωί και η θάλασσα ήταν έρημη
στα καφενεία και στα τραμ της αφετηρίας.
Κρατούσα τα χέρια του που έσφιγγαν ήρεμα, με κρυφή
συγκατάθεση τα δικά μου. Μες' το σακίδιο ήταν όλος ο κόσμος του-
πουλόβερ, βιβλία, γράμματα... Έπρεπε να 'ρχόταν τα πράγματα
αλλιώς, μα το θελήσαμε τάχα;
Άχρωμο φως, μια Κυριακή φθινοπωριάτικη, καμιά ελπίδα.
Μικρά ταξίδια στις ακτές, όλα χαλάσανε. Θεέ μου τόση ερημιά.
Έβρεχε στην επιστροφή και ο αυτοκινητόδρομος γέμισε φωτεινά σήματα,
πικρά ολομόναχα φώτα.
Saturday, 30 January 2010
Tristis usque ad mortem
Περνάς τώρα εσύ από μακρυά φορτωμένος χρόνια της σιωπής
δειλινά φθινοπώρου σε άδειες πλατείες
χρόνια αγάπης νεκρής
Περνάς τώρα εσύ
και μου θυμίζεις τον χτύπο της φλέβας στον καρπό
κορμί που το ΄νιωσα
θάλασσα της γερασμένης αναμονής
Ένα τσιγάρο μόνο στο στόμα
καπνίζοντας ένα κόσμο εγκατάλειψης
Το λιμάνι απόψε είναι ήρεμο
κοιμούνται τα φορτωμένα καράβια
οι ίσκιοι της νύχτας στο καλντερίμι της αμαρτίας
Δεν έχω το νόημα πια πως περνάς.
Subscribe to:
Posts (Atom)
