Γόνος οικογένειας Ελλήνων εμπόρων που διέμεναν στην Ιταλία, είχε την ευκαιρία να ανατραφεί σε ένα αστικό και σχετικά προοδευτικό, σε σχέση με τα ελληνικά δεδομένα, περιβάλλον. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια στην Ιταλία, όπου έζησε από το 1910 έως το 1931. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα ωστόσο, τον κέρδισε η ποίηση. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Γιώργος Σαραντάρης εμφορούμενος από συναισθήματα φιλοπατρίας συμμετείχε στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο στην πρώτη γραμμή του Αλβανικού μετώπου, όπου αρρώστησε από τύφο. Πέθανε ύστερα από την επιστροφή του στην Αθήνα το 1941.
Η ποίηση του Γιώργου Σαραντάρη υπήρξε αρκετά πρωτοποριακή για τα δεδομένα των ιδεών που επικρατούσαν την εποχή του Μεσοπολέμου στους αθηναϊκούς λογοτεχνικούς κύκλους. Υπήρξε λάτρης της λεγόμενης "καθαρής ποίησης". Έχοντας γνώση των ευρωπαϊκών διανοητικών κι αισθητικών ρευμάτων, χρησιμοποίησε στα ποιήματά του τον ελεύθερο στίχο, ενώ στις αναζητήσεις του περιέλαβε προβληματισμούς που έλκουν την επιρροή τους από την ιταλική ποίηση, το έργο του Ντοστογιέφσκι, από τις φιλοσοφικές ιδέες του Νίτσε, του Σαίρεν Κίρκεγκωρ αλλά και από τον υπαρξισμό. Το έργο του δεν συνάντησε ευρεία αποδοχή στην εποχή του, επηρέασε ωστόσο την ελληνική ποίηση βαθιά και ουσιαστικά. Η συμβολή του αναγνωρίστηκε από τον Οδυσσέα Ελύτη, ο οποίος επηρεάστηκε σαφώς από συμβολικές εικόνες που κυριαρχούν στο έργο του Σαραντάρη: γυναίκα, θάλασσα, μοναξιά, ουρανός, πουλιά. Για τον λόγο αυτό, ο νομπελίστας Ελύτης, πέραν του ότι έχει αφιερώσει στον ποιητή το ποίημα Γιώργος Σαραντάρης κάνει ειδική μνεία γι' αυτόν στο έργο του Ανοιχτά Χαρτιά (Ίκαρος 1974) όπου αναφέρει για τον πρόωρο χαμό του ποιητή, αλλά και για την σχέση του με τα λογοτεχνικά σαλόνια της εποχής τα εξής: "Ήταν η μόνη και πιο άδικη απώλεια [...] Θέλω απροκάλυπτα να καταγγείλω το επιστρατευτικό σύστημα που επικρατούσε την εποχή εκείνη και που, δεν ξέρω πως, κατάφερε να κρατήσει στα γραφεία και τις επιμελητείες όλα τα χροντρόπετσα θηρία των αθηναϊκών ζαχαροπλαστείων και να ξαποστείλει στην πρώτη γραμμή το πιο αγνό και ανυπεράσπιστο πλάσμα. Έναν εύθραστο διανοούμενο που μόλις στεκόταν στα πόδια του, που όμως είχε προφθάσει να κάνει τις πιο πρωτότυπες και γεμάτες από αγάπη σκέψεις για την Ελλάδα και το μέλλον της".
Ἀκόμα δὲν μπόρεσα...
Ἀκόμα δὲν μπόρεσα νὰ χύσω ἕνα δάκρυ
πάνω στὴν καταστροφὴ
δὲν κοίταξα ἀκόμα καλὰ τοὺς πεθαμένους,
δὲν πρόφτασα νὰ δῶ πὼς λείπουνε
ἀπὸ τὴ συντροφιά μου,
πὼς ἔχασαν τὸν ἀέρα ποὺ ἐγὼ ἀναπνέω
καὶ πὼς ἡ μουσικὴ τῶν λουλουδιῶν,
ὁ βόμβος τῶν ὀνομάτων ποὺ ἔχουνε τὰ πράγματα
δὲν ἔρχεται στ᾿ αὐτιά τους·
ἀκόμα δὲν χλιμίντρισαν τ᾿ ἄλογα
ποὺ θὰ μὲ φέρουν πλάι τους.
Νὰ τοὺς μιλήσω,
νὰ κλάψω μαζί τους
καὶ ὕστερα νὰ τοὺς σηκώσω ὄρθιους·
ὅλοι νὰ σηκωθοῦμε σὰν ἕνας ἄνθρωπος,
σὰν τίποτα νὰ μὴν εἶχε γίνει
σὰν ἡ μάχη νὰ μὴν εἶχε περάσει πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας.
πάνω στὴν καταστροφὴ
δὲν κοίταξα ἀκόμα καλὰ τοὺς πεθαμένους,
δὲν πρόφτασα νὰ δῶ πὼς λείπουνε
ἀπὸ τὴ συντροφιά μου,
πὼς ἔχασαν τὸν ἀέρα ποὺ ἐγὼ ἀναπνέω
καὶ πὼς ἡ μουσικὴ τῶν λουλουδιῶν,
ὁ βόμβος τῶν ὀνομάτων ποὺ ἔχουνε τὰ πράγματα
δὲν ἔρχεται στ᾿ αὐτιά τους·
ἀκόμα δὲν χλιμίντρισαν τ᾿ ἄλογα
ποὺ θὰ μὲ φέρουν πλάι τους.
Νὰ τοὺς μιλήσω,
νὰ κλάψω μαζί τους
καὶ ὕστερα νὰ τοὺς σηκώσω ὄρθιους·
ὅλοι νὰ σηκωθοῦμε σὰν ἕνας ἄνθρωπος,
σὰν τίποτα νὰ μὴν εἶχε γίνει
σὰν ἡ μάχη νὰ μὴν εἶχε περάσει πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας.

